Κόσμος

Η πράσινη μετάβαση αλλάζει γλώσσα

Η πράσινη μετάβαση αλλάζει γλώσσα

Πέρσι τέτοια εποχή και από το ίδιο μέσο, έκλεινα σχετική συνεισφορά μου, υπό την τότε ιδιότητά μου ως ερευνητής, με έναν συγκρατημένα αισιόδοξο τόνο. Η πραγματικότητα, στο μεταξύ, δεν άφησε πολλά περιθώρια εφησυχασμού. Σύμφωνα με το European State of the Climate 2025 της Ενωσιακής Υπηρεσίας «Κοπέρνικος» και του Διεθνούς Μετεωρολογικού Οργανισμού, το 2025 ήταν το τρίτο θερμότερο έτος που έχει καταγραφεί, με το σημερινό επίπεδο υπερθέρμανσης παγκοσμίως να εκτιμάται περίπου σε 1,4°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα. Μάλιστα, αν η αύξηση συνεχιστεί με τέτοιο ρυθμό, το όριο του 1,5°C μπορεί να ξεπεραστεί έως το τέλος της δεκαετίας, περίπου δέκα χρόνια νωρίτερα από ό,τι υπολογίζαμε.

Ταυτόχρονα, τα τότε διαθέσιμα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος για το 2023 έδειχναν εντυπωσιακή μείωση των εκπομπών της ΕΕ, της τάξης του 6% σε σχέση με το 2022. Δημιουργούσαν, έτσι, την αίσθηση ότι, εφόσον συστηματοποιούνταν τέτοιες επιδόσεις, ο στόχος μείωσης των καθαρών εκπομπών κατά 55% μέχρι το 2030 σε σχέση με το 1990 θα μπορούσε να επιτευχθεί και με το παραπάνω.

Φέτος, τα στοιχεία του Οργανισμού για το 2024 φαίνεται να προσγειώνουν απότομα αυτή την αισιοδοξία. Η μείωση των εκπομπών ανήλθε κοντά στο 2%, δηλαδή πολύ πιο κοντά στον ιστορικό μέσο ετήσιο ρυθμό μείωσης από το 1990. Ως αποτέλεσμα, έχει επιτευχθεί συνολικά μείωση 39,5% το διάστημα 1990–2024, ενώ τα επόμενα 6 χρόνια μέχρι το 2030 θα πρέπει να σημειωθεί μια μείωση 15 ποσοστιαίων μονάδων ακόμα. Είναι, όμως, αυτό εφικτό; Ευρύτερα, παραμένει εφικτή η συγκράτηση της ανόδου της θερμοκρασίας στον 1,5°C; Ας δούμε τι έχει μεσολαβήσει.

Στο διεθνές πεδίο, τo 2025 είχαμε την ανάληψη δεύτερης θητείας από τον Tραμπ, τη συνακόλουθη αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία των Παρισίων και, σε αντίθεση με την προηγούμενη θητεία, την έναρξη διαδικασίας για αποχώρηση και από τη σύμβαση-ομπρέλα, τη Συμφωνία Πλαίσιο του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή (UNFCCC). Στα τέλη του έτους, είχαμε την παγκόσμια διάσκεψη για το κλίμα, την COP30, στη Βραζιλία. Κι ενώ οι προθέσεις ήταν ισχυρές, με τους διοργανωτές να ευαγγελίζονται τη μετατόπιση από τις δεσμεύσεις στην υλοποίηση, αν κάτι μας έμεινε ήταν το Mutirão τους, δηλαδή η πίστη στη συλλογική προσπάθεια και την πολυμέρεια – χωρίς τις ΗΠΑ φυσικά – καθώς υπήρξαμε πάλι μάρτυρες μιας όχι και τόσο αποτελεσματικής διάσκεψης. Τον περασμένο δε Φεβρουάριο ξέσπασε και ο πόλεμος στο Ιράν, εκτοξεύοντας τιμές καυσίμων και προϊόντων, ξυπνώντας τις ακόμη νωπές μνήμες του 2022 και της αρχής του πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και επιδεινώνοντας την ήδη βεβαρυμένη κατάσταση που έχει αφήσει πίσω του.

Σε μια πιο αισιόδοξη εξέλιξη, σε πείσμα των παραπάνω, 24–29 Απριλίου 2026 πραγματοποιήθηκε στη Santa Marta της Κολομβίας, με συνδιοργανώτριες τη φιλοξενούσα και την Ολλανδία, η πρώτη Διεθνής Διάσκεψη για τη Μετάβαση από τα Ορυκτά Καύσιμα. Με τη συμμετοχή 60 περίπου χωρών, η Διάσκεψη επιχείρησε να δώσει σάρκα και οστά στη δέσμευση της COP28 για «απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα με δίκαιο και ισότιμο τρόπο». Η πρωτοβουλία αυτή δεν φιλοδοξεί να αντικαταστήσει τις COP, αλλά να λειτουργήσει ως ένας «συνασπισμός των προθύμων», αποτελώντας ένα πολιτικό και τεχνικό forum για τα κράτη που επιθυμούν να κινηθούν ταχύτερα και να συζητήσουν τι απαιτεί στην πράξη η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Είναι, βέβαια, άγνωστο ακόμα πώς θα εξελιχθεί η συμμαχία αυτή, καθώς και εάν και ποιες πιέσεις θα μπορέσει να ασκήσει στις COP.

Περνώντας στο ευρωπαϊκό επίπεδο, από το 2024 και τις τελευταίες ευρωεκλογές, είχαμε ήδη δει ορισμένα σημάδια μετατόπισης της ΕΕ σε συμβολικό και ρητορικό επίπεδο, αρχής γενομένης από τα χαρτοφυλάκια της νέας Κομισιόν, όπου το «πράσινο» έγινε «καθαρό», και έμφαση δόθηκε στην ανταγωνιστικότητα. Αυτή τη μερική υπαναχώρηση μαρτύρησαν με τη σειρά τους και διάφορες άλλες κινήσεις, όπως τα πακέτα Omnibus για την απλοποίηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένης και της περιβαλλοντικής.

Τα πακέτα αυτά παρουσιάστηκαν ως αναγκαία για τη μείωση διοικητικών βαρών και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, ενώ, παράλληλα, κατακρίθηκαν με το επιχείρημα ότι αφαιρούν κρίσιμα επίπεδα προστασίας, διαφάνειας και λογοδοσίας από το ευρωπαϊκό πλαίσιο βιωσιμότητας. Ακόμη, η έκδοση των εκθέσεων Draghi και Letta με αντικείμενο την ανταγωνιστικότητα, αλλά και η ανακοίνωση χρηματοδοτικών πακέτων όπως το ReArm Europe ή το Clean Industrial Deal, ένα σχέδιο δράσης για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την απανθρακοποίηση της ενεργοβόρου βιομηχανίας, φανέρωσαν την κατεύθυνση προς την οποία δείχνει η βελόνα της ενωσιακής πυξίδας: σε μια (εν μέρει επιβεβλημένη) στροφή προς τη Realpolitik. Το ουσιαστικό ερώτημα, επομένως, που τίθεται είναι αν η Ευρώπη εξακολουθεί να δρα με γνώμονα τις αξίες της γύρω από το κλίμα και προς την επίτευξη των στόχων της.

Το τέλος του 2025 και η αρχή του 2026 φανέρωσαν την επάνοδο του αφηγήματος της πράσινης μετάβασης, αλλά από μια άλλη, πιο νηφάλια σκοπιά ενός «κανονιστικού ρεαλισμού». Στην ομιλία της για την Κατάσταση της Ενωσης (State of the Union), η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δήλωνε τον Σεπτέμβριο 2025 ότι η Ευρώπη πρέπει να παραμείνει στην πορεία της μετάβασης: «We must stay the course on our climate and environmental goals».

Ακολούθως, τον Οκτώβριο, η Κομισιόν εξέδωσε ανακοίνωση με τίτλο «Το παγκόσμιο όραμα της ΕΕ για το κλίμα και την ενέργεια». Εμφανώς επικεντρωμένη στην ανταγωνιστικότητα, η ανακοίνωση παρουσιάζει την καθαρή μετάβαση ως πεδίο οικονομικής ισχύος, τεχνολογικής υπεροχής και ενεργειακής ασφάλειας. Το μήνυμά της είναι ότι, σε έναν κόσμο όπου οι επενδύσεις, οι αλυσίδες αξίας και οι καθαρές τεχνολογίες αναδιατάσσονται ταχύτατα, η ΕΕ πρέπει να εξασφαλίσει θέση στις νέες παγκόσμιες αγορές και να προστατεύσει τη βιομηχανία της, προωθώντας τη λογική του Clean Industrial Deal στις διεθνείς της συνεργασίες.

Εν ολίγοις, η πράσινη μετάβαση επανήλθε όχι τόσο ως ηθική και περιβαλλοντική υποχρέωση, αλλά ως στρατηγική επιλογή για την Ευρώπη που θέλει να μειώσει την εξάρτησή της από τα ορυκτά καύσιμα, να ανταγωνιστεί την Κίνα στις καθαρές τεχνολογίες και να δείξει στους εταίρους της ότι η απανθρακοποίηση είναι κλιματικά αναγκαία και ταυτόχρονα οικονομικά συμφέρουσα.

Με αυτή την έννοια, η κλιματική αλλαγή δεν είναι απούσα από την ενωσιακή ατζέντα. Είναι παρούσα, όμως με άλλο λεξιλόγιο, μεταμφιεσμένη σε ζήτημα ενεργειακής ασφάλειας, ανταγωνιστικότητας και στρατηγικής αυτονομίας. Στο ίδιο πνεύμα και σε απάντηση των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, η Κομισιόν εξέδωσε στις 22 Απριλίου 2026 και την ανακοίνωση AccelerateEU.

Πρόκειται για ένα σχέδιο για την αντιμετώπιση των αυξανόμενων ενεργειακών τιμών και την περαιτέρω μείωση της εξάρτησης από τις ασταθείς αγορές ορυκτών καυσίμων, όπου αποτυπώνεται η ίδια λογική: η υπερεξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα είναι η βασική αιτία οικονομικής τρωτότητας. Ετσι, η εμπειρία των τελευταίων ετών φαίνεται να ανέτρεψε σε μεγάλο βαθμό το δίπολο ενεργειακή ασφάλεια ή πράσινη μετάβαση. Η απάντηση δεν είναι η επιστροφή σε ένα παλαιότερο μοντέλο ενεργειακής ασφάλειας βασισμένο στα ορυκτά καύσιμα, αλλά η επιτάχυνση της μετάβασης προς ένα απανθρακοποιημένο, ανθεκτικό ενεργειακό σύστημα, βασισμένο σε καθαρή, παραγόμενη εντός των τειχών ενέργεια. Με άλλα λόγια, η ενεργειακή ασφάλεια δεν γίνεται αντιληπτή πλέον ως αντίβαρο στην πράσινη μετάβαση, αλλά περνά μέσα από αυτήν.

Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι τα χρονικά περιθώρια στενεύουν και, μάλιστα, ταχέως. Η συγκράτηση της ανόδου της θερμοκρασίας στον 1,5°C και η επίτευξη επιμέρους στόχων μοιάζουν ολοένα δυσκολότερες. Και αν η ίδια η ΕΕ, που εξακολουθεί να εμφανίζεται ως πρωτοπόρος στον τομέα, δεν είναι ακόμη βέβαιο ότι θα πετύχει τους στόχους της, παρά το θεσμικό, οικονομικό και τεχνολογικό της οπλοστάσιο, τότε η (αναγκαία) πίεση προς τρίτους εταίρους δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην ηθική επιταγή, ούτε σε αμιγώς συναλλακτικές πρακτικές.

Πρέπει πρώτα το νέο αυτό αφήγημα – ότι η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα δεν είναι μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση, αλλά προϋπόθεση οικονομικής σταθερότητας και γεωπολιτικής αυτονομίας – να εμπεδωθεί στο εσωτερικό της. Μόνο αν καταστεί πειστικό εντός ΕΕ, μπορεί να προβληθεί πειστικά και προς τα έξω. Αυτό ίσως σημαίνει ότι η Ενωση χρειάζεται να μεταβάλει κάπως τον τρόπο με τον οποίο ασκεί πίεση στους εταίρους της.

Δηλαδή, να μετατοπιστεί από την άμεση συμμόρφωση με ευρωπαϊκές προδιαγραφές και πρότυπα και να δώσει περισσότερη έμφαση σε σταδιακή πειθώ, τεχνική στήριξη και, εν γένει, αξιοποίηση των κανονιστικών της εργαλείων, ώστε να καταστήσει σαφές ότι η μετάβαση δεν είναι απλώς ευρωπαϊκή επιλογή, αλλά η νέα πραγματικότητα. Ενας τέτοιος δρόμος μπορεί μεν να φαίνεται πιο αργός, αλλά ίσως είναι πιο βιώσιμος. Το αν μπορεί να πείσει, βέβαια, και τους μεγάλους ρυπαντές (Κίνα, ΗΠΑ, Ινδία) παραμένει ανοιχτό ερώτημα, ακριβώς επειδή δεν μοιράζονται τις ίδιες εξαρτήσεις, τρωτότητες και πολιτικές ιδιαιτερότητες.

Πηγή: tanea.gr

Θεσσαλία

Σήμερα Σάββατο στις 6.30 στην παραλία του Βόλου ενημερωτικό περίπτερο- Αύριο Κυριακή στις 11.30 στο λιμάνι του Βόλου Με ενημερωτική δράση σήμερα στην παραλία του Βόλου και μεγάλη εν πλω διαμαρτυρία αύριο στο λιμάνι, κορυφώνονται οι κινητοποιήσεις του Συλλόγου «Ο Παγασητικός μας Ενώνει» ενάντια στην προοπτική εγκατάστασης πλωτής μονάδας LNG στον Παγασητικό.

ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ
Στην αίθουσα του Περιφερειακού Συμβουλίου πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση βράβευσης της δράσης «Τα παιδιά μιλούν για τα δικαιώματά τους», που συνδιοργάνωσαν η Περιφέρεια Θεσσαλίας, η Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης, η UNICEF και το Κέντρο για τα Δικαιώματα του Παιδιού του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Οι μαθητές παρουσίασαν δράσεις και δημιουργίες με επίκεντρο τα δικαιώματα του παιδιού, με τα νήπια να πραγματοποιούν μια συμβολική διαδήλωση για το δικαίωμα στο παιχνίδι, τη μόρφωση και την ειρήνη, ενώ οι...
OPINION ZONE

γράφει
Παπαϊωάννου Στέργιος

THINK TANK

1. Πόσα από τα έργα που ανακοινώθηκαν επανειλημμένα από την Περιφέρεια Θεσσαλίας έχουν ολοκληρωθεί, ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα υλοποίησής τους και ποια μετρήσιμα αποτελέσματα έχουν αποδώσει στους πολίτες;

2. Γιατί η Περιφερειακή Αρχή δίνει τόσο μεγάλη έμφαση στην επικοινωνία, στις συσκέψεις και στις δημόσιες ανακοινώσεις, χωρίς να συνοδεύονται πάντοτε από αντίστοιχη δημόσια λογοδοσία για την πρόοδο ή την αποτυχία των εξαγγελιών;

3. Μπορεί η διοίκηση Κουρέτα να παρουσιάσει συγκεκριμένα παραδείγματα προβλημάτων που καταγράφηκαν στο "πεδίο", επιλύθηκαν πλήρως και δεν χρειάστηκε να επανεμφανιστούν σε μεταγενέστερα δελτία τύπου ως εκκρεμότητες;