Η επιλογή του Πέδρο Σάντσεθ να υπερασπιστεί χωρίς υπεκφυγές τη μεταναστευτική του πολιτική ενδεχομένως να καταγραφεί στην ιστορία της ευρωπαϊκής πολιτικής ως ένα σημείο καμπής για τον «συμβιβασμό» που έχει διαμορφώσει την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα. Ο συμβιβασμός αυτός στον λεγόμενο «τρίτο δρόμο» κατά τον Αντονι Γκίντενς, στη θεωρία του οποίου βασίστηκε εν πολλοίς ο Τόνι Μπλερ στη Βρετανία, ουσιαστικά περιελάμβανε μια «ανταλλαγή» μεταξύ της παραδοσιακής (κεντρο)δεξιάς και (κεντρο)αριστεράς στα πεδία της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής: η Αριστερά αποδέχθηκε την κυριαρχία της οικονομίας της αγοράς και η Δεξιά αποδέχθηκε τις προοδευτικές θέσεις στα ζητήματα κοινωνικών δικαιωμάτων.
Ο «νεοφιλελεύθερος συμβιβασμός», σύμφωνα με τους επικριτές του, οδήγησε τα κραταιά κόμματα, και ειδικά αυτά της Αριστεράς, στην απώλεια της ταυτότητάς τους. Παράλληλα, οδήγησε και στη σταδιακή εξαφάνιση της ιδεολογικής αντιπαράθεσης, αφήνοντας χώρο σε νέα κόμματα που προέρχονταν από τα άκρα του πολιτικού φάσματος να ορίσουν αυτά την ιδεολογική ατζέντα. Αυτό έχει παρατηρηθεί σε αρκετές χώρες της Δύσης την τελευταία δεκαετία, με την Ακροδεξιά να είναι ο πιο ωφελημένος πολιτικός χώρος από αυτή τη διαδικασία, με αιχμή του δόρατος το μεταναστευτικό ζήτημα.
Πρώτο έρχεται στον νου το παράδειγμα των ΗΠΑ με τον Ντόναλντ Τραμπ, όμως χαρακτηριστικό είναι και αυτό της Γαλλίας, όπου η Εθνική Συσπείρωση (πρώην Εθνικό Μέτωπο) της Μαρίν Λεπέν και του Ζορντάν Μπαρντελά έχει σταδιακά κυριαρχήσει στον πολιτικό διάλογο και είναι το απόλυτο φαβορί για την ανάληψη της εξουσίας στις εκλογές του 2027. Απέναντί του ο Μπαρντελά – που θα είναι εκτός απροόπτου ο υποψήφιος της Ακροδεξιάς για την προεδρία – θα βρει πιθανότατα τον Ζαν Λικ Μελανσόν (Ανυπότακτη Γαλλία), σταθερό εκπρόσωπο της ριζοσπαστικής Αριστεράς στις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας από το 2012 μέχρι και σήμερα.
Ο Μελανσόν επιθυμεί να γίνει ένα νέο παράδειγμα αριστερού «ιδεολόγου» στην εξουσία. «Φάροι» του, σήμερα, είναι ο Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία και ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ζοχράν Μαμντάνι. Αμφότεροι έχουν αποτελέσει σημεία αναφοράς για την Αριστερά παγκοσμίως εν έτει 2026, καθώς ασκούν εξουσία με σαφές ιδεολογικό πρόσημο και με αιχμηρό λόγο. «Η λογική αυτή σπάει τον συμβιβασμό της προηγούμενης περιόδου, που θέλει να μην ανοίγουν ιδεολογικά ζητήματα, αλλά να γίνεται τεχνοκρατική διαχείριση. Ο Σάντσεθ υποστηρίζει ότι πρέπει να ανοίξουν ιδεολογικά ζητήματα που προκαλούν πολώσεις στην κοινωνία, όπως είναι η μετανάστευση ή η φορολόγηση των πλουσίων, χωρίς απολογητική διάθεση. Ο Σάντσεθ και ο Μαμντάνι επανακτούν τον ιδεολογικό τους χώρο και το κάνουν με ένταση και καθαρότητα, ενώ τα κόμματά τους είχαν γίνει κόμματα του Κέντρου» επισημαίνει μιλώντας στο Int. ο Αντώνης Γαλανόπουλος, συντονιστής έργου του Eteron και διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.
Από την άλλη, υπάρχει το αντιπαράδειγμα του Κιρ Στάρμερ στο Ηνωμένο Βασίλειο και της Μέτε Φρεντέρικσεν στη Δανία – πολιτικών του χώρου της Κεντροαριστεράς που κυβερνούν στη λογική του «τρίτου δρόμου». Ο Αντώνης Γαλανόπουλος εξηγεί: «Ο Στάρμερ έχει υποχωρήσει από προοδευτικές θέσεις στην προσπάθεια περιορισμού των απωλειών προς την Ακροδεξιά του Φάρατζ, με αποτέλεσμα να νομιμοποιεί τις συντηρητικές θέσεις και να παραχωρεί την ατζέντα. Αντίστοιχο είναι και το παράδειγμα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Δανίας, που παραμένει μεν στην κυβέρνηση, όμως κατέγραψε πρόσφατα το χαμηλότερο του ποσοστό τα τελευταία 130 χρόνια». Ο πολιτικός επιστήμονας διερωτάται, δε, αν μία πρωθυπουργός (Φρεντέρικσεν) που συνυπογράφει με την ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι επιστολή για αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική στην ΕΕ μπορεί να ισχυριστεί ότι κυβερνά στη βάση των προοδευτικών ιδεών.
Δίλημμα
Τον Φεβρουάριο, ο Πέδρο Σάντσεθ έγραφε στους «New York Times»: «Εχει έρθει η ώρα για τους ηγέτες να μιλήσουν καθαρά στους πολίτες για το δίλημμα που αντιμετωπίζουμε. Εμείς, ως δυτικά έθνη, πρέπει να επιλέξουμε μεταξύ της μετατροπής μας σε κλειστές και πτωχευμένες κοινωνίες ή σε ανοιχτές και ευημερούσες. Ανάπτυξη ή υποχώρηση: Αυτές είναι οι δύο επιλογές ενώπιόν μας. Και ως ανάπτυξη, δεν εννοώ μόνο τα υλικά ωφέλη, αλλά και την πνευματική μας εξέλιξη. Οι κυβερνήσεις μπορεί να «αγοράσουν» τη λογική μηδενικού αθροίσματος της Ακροδεξιάς και να καταφύγουν στον απομονωτισμό, τη στέρηση, τον εγωισμό και την παρακμή. Ή μπορούν να αξιοποιήσουν τις ίδιες ακριβώς δυνάμεις που, όχι χωρίς δυσκολίες, επέτρεψαν στις κοινωνίες μας να ευημερούν για αιώνες. Για εμένα, η επιλογή είναι ξεκάθαρη. Και για χάρη της ευημερίας μας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ελπίζω ότι πολλοί άλλοι θα ακολουθήσουν το παράδειγμά μου».
Ωστόσο, ο Αντώνης Γαλανόπουλος υπογραμμίζει ότι το παράδειγμα του Σάντσεθ ή του Μαμντάνι δεν είναι ένα άμεσα εξαγώγιμο προϊόν, αλλά «τρόπος αντίληψης και άσκησης της πολιτικής». «Προϋποθέτει να έχεις έναν ιδεολογικό πυρήνα, να τον υπερασπίζεσαι και να τον εφαρμόζεις στην πολιτική σου, με τρόπο που πείθει ότι είναι αυθεντικός» προσθέτει. Το παράδειγμα του δημάρχου της Νέας Υόρκης δείχνει την πρακτική εφαρμογή της πολιτικής ιδεολογίας. «Αυτοπροσδιορίζεται ως δημοκρατικός σοσιαλιστής και εξηγεί γιατί οι πολιτικές που εφαρμόζει ακολουθούν την ιδεολογία του», αναφέρει ο συντονιστής έργου του Eteron. Φέρνει μάλιστα τη σύγκριση και στο ελληνικό επίπεδο. «Ο Σάντσεθ πάντα – και πριν εκλεγεί πρωθυπουργός – έλεγε πως αντίπαλός του είναι η Δεξιά. Το ίδιο λένε σήμερα στελέχη του ΠΑΣΟΚ και άλλων κομμάτων της Κεντροαριστεράς, δεν φαίνεται να είναι πειστικό για μεγάλη μερίδα πολιτών. Δεν είναι μόνο ζήτημα δήλωσης, αλλά κυρίως αξιοπιστίας. Το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ εμπεριέχει πολλές προοδευτικές πολιτικές, όπως η τετραήμερη εργασία και οι προτάσεις του για το στεγαστικό. Ομως, τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα έχουν θέμα αξιοπιστίας».
Το οξύμωρο είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας αποτέλεσε πριν από κάποια χρόνια έναν αντίστοιχο Μαμντάνι – είχε δημιουργηθεί ακόμα και κόμμα με το όνομά του στην Ιταλία – όμως το άστρο του γρήγορα έσβησε. Μάλιστα, ο επίδοξος «νέος» Σάντσεθ, Ζαν Λικ Μελανσόν, είχε χαρακτηρίσει τον πρωθυπουργό «έναν από τους αθλιότερους πολιτικούς της Ευρώπης». Το παρελθόν του Τσίπρα αποτελεί για εκείνον το ύψιστο εμπόδιο. Μολονότι πολλοί Ελληνες και Ευρωπαίοι είδαν κάποτε σε εκείνον την επαναφορά των προοδευτικών πολιτικών ιδεών στην πρώτη γραμμή, η συνεργασία με τη λαϊκιστική Δεξιά και η αποτυχία του να ασκήσει την πολιτική εξουσία με τόλμη – με εξαίρεση τη Συμφωνία των Πρεσπών – έφερε γρήγορα την απογοήτευση, με την κυριολεκτική της έννοια: την απώλεια της γοητείας. Σήμερα, ως αρχηγός της ΕΛΑΣ, ο Τσίπρας θέλει να επανασυστηθεί στον κόσμο ως κάτι νέο και γοητευτικό. Ομως, το να εντοπίσει κανείς το «νέο» σε αυτήν τη συγκυρία, δεν είναι εύκολο. Θέλει η Ελλάδα έναν Πέδρο Σάντσεθ; Και ακόμα και αν η απάντηση είναι θετική, μπορεί αυτός να είναι ο Τσίπρας;
Πηγή: tanea.gr

