Οικονομία

Γκ. Χαρδούβελης: Η μεταμνημονιακή ανάπτυξη θα ήθελα να είναι παραπάνω, στο 5% - 6%, για τη σύγκλιση με την Ε.Ε.

Γκ. Χαρδούβελης: Η μεταμνημονιακή ανάπτυξη θα ήθελα να είναι παραπάνω, στο 5% - 6%, για τη σύγκλιση με την Ε.Ε.

Για την ανάγκη επιτάχυνσης του ρυθμού ανάπτυξης, ώστε να ξεκινήσει εκ νέου η συζήτηση περί σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρωζώνη, έκανε λόγο ο κ. Γκίκας Χαρδούβελης, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και Ομότιμος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, ο οποίος έδωσε το "παρών" στο ετήσιο Συνέδριο με τίτλο "Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας", που διοργανώνει ο Κύκλος Ιδεών σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.

Ο κ. Χαρδούβελης υπενθύμισε ότι "πριν την κρίση οι πολιτικοί τσακώνονταν για το πόσο γρήγορα θα συγκλίνουμε με την Ε.Ε.". Σήμερα, όμως, όπως παρατήρησε, η λέξη "σύγκλιση" έχει χαθεί από το λεξιλόγιο. "Πρέπει να κάνουμε το μεγάλο "μπαμ” για να φτάσουμε εκεί που ήμασταν. Η μεταμνημονιακή ανάπτυξη θα ήθελα να είναι παραπάνω, 5% - 6% και όχι 2% το χρόνο. Αλλά αυτό δεν είναι τόσο απλό", συνέχισε.

Μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι "χρειάζεται δραστική αλλαγή στο πώς σκεφτόμαστε", ενώ σημείωσε ότι "πρέπει να στραφούμε στην ψηφιακή οικονομία". Εκεί βρίσκεται, εξήγησε, η προστιθέμενη αξία. "Η ανάπτυξη θα έρθει αν η οικονομία στραφεί στο ψηφιακό σκέλος κι αν επενδύσουμε σε τομείς που διαθέτουμε συγκριτικό πλεονέκτημα", πρόσθεσε, αναφερόμενος στη μεταποίηση, στα φάρμακα, στην αγροδιατροφή και στη ναυτιλία μεταξύ άλλων.

Ερωτηθείς για το αν σκέφτεται τον πολιτικό κίνδυνο, ο κ. Χαρδούβελης, σημείωσε:  "Η πολιτική σταθερότητα ήταν το μεγάλο αβαντάζ των προηγούμενων ετών, αλλά δεν είμαι βέβαιος για τα επόμενα 2-3 χρόνια", συμπλήρωσε. Παράλληλα, εξέφρασε την άποψη ότι όλοι έχουν πλέον διδαχθεί από την προηγούμενη περίοδο και ότι καμία κυβέρνηση δεν πρόκειται να υπαναχωρήσει στο κομμάτι της δημοσιονομικής πειθαρχίας, η οποία όπως σημείωσε, αποτελεί προαπαιτούμενο της ανάπτυξης.

Όσον αφορά τον τραπεζικό κλάδο, αφού υπενθύμισε ότι έχουν ξοδευτεί 1 δισ. ευρώ για την ψηφιοποίησή του τα τελευταία πέντε χρόνια, διαβεβαίωσε ότι έχει γυρίσει εντελώς σελίδα. "Οι τράπεζες έχουν υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια, έχουν υψηλή ρευστότητα και ο δανεισμός στην οικονομία αυξάνεται κατά 10% - 11% κάθε χρόνο. Υπάρχει χρήμα και διατίθεται. Το θέμα είναι να υπάρχει ζήτηση που πληρεί τις προϋποθέσεις" πρόσθεσε και επισήμανε ότι το μέγεθος των επιχειρήσεων παραμένει κρίσιμο ζητούμενο.

Τέλος, αναφέρθηκε και στο ζήτημα του ανταγωνισμού, τον οποίο χαρακτήρισε "ευπρόσδεκτο". Σημείωσε, μάλιστα, ότι οι τράπεζες ουδέποτε φοβήθηκαν τις fintech, με τις οποίες υπάρχει σταθερή συνεργασία. "Αυτές που θα μπορούσαν να ανησυχήσουν είναι οι Big Tech.", προειδοποίησε, συμπληρώνοντας ότι οι εγχώριες τράπεζες λειτουργούν υπό αυστηρό ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο.

Τη συζήτηση συντόνισε ο δημοσιογράφος, κ. Νίκος Φιλιππίδης.

Πηγή: capital.gr

ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ
Ο Περιφερειάρχης Θεσσαλίας, Δημήτρης Κουρέτας, επισκέφθηκε την πρότυπη μονάδα υδροπονικής καλλιέργειας τομάτας 'Κήποι Καρδίτσας'. Μία τεχνολογικά προηγμένη επένδυση ύψους €28 εκατ. ευρώ. Ενημερώθηκε για τις καινοτόμες, περιβαλλοντικά φιλικές μεθόδους παραγωγής και το σύστημα μείωσης του ενεργειακού κόστους. Η διοίκηση εξέφρασε την δέσμευσή της για επέκταση της μονάδας (από 80 σε 130 στρέμματα), η οποία ήδη απασχολεί 100 εργαζόμενους , ενισχύοντας την τοπική οικονομία.
THINK TANK

1. Πώς είναι δυνατόν μία καθαρά ιδιωτική επένδυση €28 εκατομμυρίων, με θέσεις εργασίας που δημιούργησε η ίδια η επιχείρηση, να παρουσιάζεται επικοινωνιακά περίπου ως «επίτευγμα» της Περιφέρειας Θεσσαλίας και του Δημήτρη Κουρέτα;

2. Μπορεί μία επικοινωνιακή επίσκεψη σε ένα σύγχρονο θερμοκήπιο να υποκαταστήσει την απουσία ουσιαστικής πολιτικής για τα πραγματικά προβλήματα του θεσσαλικού αγροτικού κόσμου, όπως το κόστος παραγωγής, οι υποδομές, το νερό και οι αποζημιώσεις;

3. Μήπως η υπερβολική χρήση τεχνολογικών όρων και «εντυπωσιακών» ακρωνυμίων στο δελτίο τύπου επιχειρεί περισσότερο να δημιουργήσει εικόνα και εντυπώσεις παρά να παρουσιάσει συγκεκριμένο έργο και μετρήσιμη συμβολή της δημόσιας διοίκησης;