Τη δομική υστέρηση των συνταξιοδοτικών συστημάτων στην Ελλάδα, αλλά και στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία παραμένουν εγκλωβισμένα σε ένα αναδιανεμητικό μοντέλο που αδυνατεί να ανταποκριθεί στις πιέσεις της δημογραφικής γήρανσης, αναδεικνύει το νέο κείμενο πολιτικής του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών με τίτλο "Το Συνταξιοδοτικό Σύστημα στην Ελλάδα και την ΕΕ: Ένα Αναπτυξιακό Εργαλείο Χωρίς Εφαρμογή".
Εστιάζοντας σε ένα καίριο διαρθρωτικό πρόβλημα που εντοπίζεται στη χώρα μας, η μελέτη παρατηρεί ότι σημαντικό μέρος των συντάξεων εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από τους φορολογούμενους, παρά το ότι η Ελλάδα παρουσιάζει σημαντικά σημάδια εξυγίανσης. Την ίδια ώρα, το συνταξιοδοτικό σύστημα των θεσμών της ΕΕ λειτουργεί χωρίς καθόλου αποθεματικά, ακολουθώντας το λανθασμένο ελληνικό μοντέλο των προηγούμενων δεκαετιών, όπως σημειώνεται, οδηγώντας σε εκρηκτική αύξηση των δαπανών για πληρωμές συντάξεων πρώην υπαλλήλων της ΕΕ κατά 183% την περίοδο 2000 - 2024.
Όπως τονίζεται, συγκεκριμένα, στη μελέτη, η Ελλάδα, από την έναρξη της κρίσης και μετά από διαδοχικές δύσκολες μεταρρυθμίσεις έχει καταφέρει να θέσει σε πτωτική τάση τη συνταξιοδοτική της δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ, γεγονός που έχει μετακινήσει την Ελλάδα από την πρώτη θέση στην ΕΕ το 2012 στην τέταρτη το 2023, με μείωση 4,16 ποσοστιαίων μονάδων. Ωστόσο, το 43% των συντάξεων εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από τον τακτικό προϋπολογισμό, και μόνο τα πρώτα βήματα κεφαλαιοποίησης μέσω του ΤΕΚΑ σηματοδοτούν μια πραγματική αλλαγή κατεύθυνσης. Το διαρθρωτικό πρόβλημα παραμένει, με το κόστος μετάβασης να είναι τεράστιο.
Το 43% των συντάξεων στην Ελλάδα χρηματοδοτείται από τον τακτικό προϋπολογισμό
Η μελέτη επισημαίνει ότι, παρά τις δύσκολες μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης δεκαετίας, το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη γενική φορολογία. Το 2025 εκτιμάται ότι το 57% των συντάξεων χρηματοδοτήθηκε από εισφορές, ενώ το υπόλοιπο 43% καλύφθηκε από τον τακτικό προϋπολογισμό. Η εικόνα αυτή είναι βελτιωμένη σε σχέση με το 2021, καθώς η συμμετοχή της γενικής φορολογίας έχει μειωθεί κατά περίπου 6 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ το 2029 προβλέπεται ότι οι εισφορές θα καλύπτουν το 62% των συνταξιοδοτικών δαπανών.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα έχει υποχωρήσει από την 1η θέση στην ΕΕ ως προς τη δαπάνη για συντάξεις ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2012, στην 4η θέση το 2023, πίσω από την Ιταλία, τη Γαλλία και την Αυστρία. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, χωρίς όμως να αναιρεί το βασικό διαρθρωτικό πρόβλημα: Σημαντικό μέρος των συντάξεων εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από τους φορολογούμενους και όχι από αποταμιευμένα και επενδυμένα κεφάλαια.
Το συνταξιοδοτικό σύστημα των θεσμών της ΕΕ λειτουργεί χωρίς αποθεματικά
Η μελέτη αναδεικνύει επίσης μια λιγότερο γνωστή, αλλά ιδιαίτερα κρίσιμη διάσταση: Το συνταξιοδοτικό σύστημα των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης λειτουργεί χωρίς αποθεματικά. Οι συντάξεις των πρώην υπαλλήλων της ΕΕ πληρώνονται από τον τρέχοντα προϋπολογισμό και όχι από ειδικά αποταμιευμένα κεφάλαια. Οι σχετικές πληρωμές μάλιστα αυξήθηκαν σε σταθερές τιμές κατά 183% την περίοδο 2000–2024, από 580 εκατ. ευρώ σε 2,9 δισ. ευρώ.
Σήμερα, οι συντάξεις των υπαλλήλων της ΕΕ απορροφούν το 22% των δαπανών του τομέα της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης, έναντι μόλις 10% το 1998. Παράλληλα, το 2024 μόλις το 21% των συντάξεων των υπαλλήλων της ΕΕ καλύφθηκε από εισφορές, ενώ το υπόλοιπο 79% χρηματοδοτήθηκε από τον τακτικό προϋπολογισμό, δηλαδή τελικά από τους Ευρωπαίους φορολογούμενους.
Όπως επισημαίνεται στη μελέτη, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ακόμη τη δυνατότητα να προχωρήσει σε μια δημοσιονομικά διαχειρίσιμη μετάβαση προς ένα κεφαλαιοποιητικό μοντέλο για το δικό της συνταξιοδοτικό σύστημα. Μια μείωση των διοικητικών δαπανών κατά 5% στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028–2034 θα μπορούσε να επιτρέψει τη δημιουργία αποθεματικών ύψους 87 δισ. ευρώ για την κάλυψη των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων της ΕΕ. Η επένδυση αυτών των κεφαλαίων, με βάση τις αποδόσεις αντίστοιχων διεθνών συνταξιοδοτικών ταμείων, θα μπορούσε να δημιουργήσει ετήσια αυτοχρηματοδότηση περίπου 3 δισ. ευρώ.
Η μελέτη καταλήγει ότι η μετάβαση σε ισχυρότερους κεφαλαιοποιητικούς πυλώνες δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ασφαλιστικής πολιτικής, αλλά κρίσιμη αναπτυξιακή επιλογή. Η αποταμίευση και επένδυση των εισφορών μπορεί να μειώσει τη μελλοντική πίεση στους προϋπολογισμούς, να περιορίσει τη μετακύληση βαρών στις επόμενες γενιές και να ενισχύσει την παραγωγική βάση της οικονομίας.
Τα βασικά συμπεράσματα
Σύμφωνα με τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης:
- Tο 2025 εκτιμάται πως το 57% των συντάξεων χρηματοδοτήθηκε από τις εισφορές, ενώ τουπόλοιπο 43% από τον τακτικό προϋπολογισμό. Κατά το διάστημα 2021-2025 καταγράφεται μείωση του ποσοστού των συντάξεων γενική φορολογία περί τις 6 ποσοστιαίες μονάδες, αποτυπώνοντας τα θετικά βήματα που συντελούνται, ενώ το 2029 προβλέπεται πως το ασφαλιστικό σύστημα θα έχει εισφορές που φτάνουν στο 62% των δα-πανών του.
- Οι δύσκολες μεταρρυθμίσεις μίας ολόκληρης δεκαετίας και η πτωτική τάση της κρατικής δαπάνης για συντάξεις (ως ποσοστό του ΑΕΠ) έχουν φέρει την Ελλάδα από την 1η θέση με τη μεγαλύτερη δαπάνη για συντάξεις στην ΕΕ το 2012, στην τέταρτη θέση το 2023, καταγράφοντας μείωση 4,16 ποσοστιαίων μονάδων, με την Ιταλία, τη Γαλλία και τη Αυστρία να δαπανούν περισσότερα.
- Το συνταξιοδοτικό σύστημα των θεσμών της ΕΕ λειτουργεί χωρίς αποθεματικά (δηλαδή οι συντάξεις πληρώνονται από τον τρέχοντα προϋπολογισμό και όχι από "αποταμιευμένα" κεφάλαια), γεγονός που έχει οδηγήσει σε σημαντική και διαρκή αύξηση της σχετικής δαπάνης. Σε σταθερές τιμές, οι πληρωμές για συντάξεις πρώην υπαλλήλων αυξήθηκαν κατά 183% την περίοδο 2000–2024 (από 580 εκατ.
ευρώ σε 2,9 δισ. ευρώ). Ως αποτέλεσμα, οι συντάξεις απορ-ροφούν πλέον το 22% των δαπανών του τομέα της Ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης, έναντι μόλις 10% το 1998, ενισχύοντας την πίεση στον προϋπολογισμό και στους φορολογούμενους.
- Το 2024 η δαπάνη των συντάξεων των υπαλλήλων της ΕΕ χρηματοδοτείται από τον τακτικό προϋπολογισμό, δηλαδή τη γενική φορολογία, σε ποσοστό 79%, ενώ μόλις το 21% των συντάξεων πληρώνεται από τις εισφορές των εργαζομένων.\‐
- Η πλήρης κεφαλαιοποίηση των συνταξιοδοτικών δεσμεύσεων της ΕΕ είναι εφικτή χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση των φορολογουμένων. Μια μέτρια μείωση των δαπανών της δημόσιας διοίκησης κατά 5% (ύψους 87 δισεκατομμυρίων ευρώ) στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028‐2034, στο οποίο τα αναμενόμενα έσοδα φτάνουν τα 1,763 δις ευρώ (σε τιμές 2025), θα επαρκούσε για τη δημιουργία αποθεματικών των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων της ΕΕ. Η επένδυση αυτού του κεφαλαίου στις διεθνείς χρηματαγορές, με βάση τις αποδόσεις παρόμοιων διεθνών ταμείων (3%‐7% ετησίως), θα δημιουργούσε ετήσια αυτοχρηματοδότηση περίπου 3 δισεκατομμυρίων ευρώ, μειώνοντας μόνιμα το βάρος στον προϋπολογισμό της ΕΕ. Αυτή η μεταρρύθμιση είναι ιδιαίτερα εφικτή στην περίπτωση της ΕΕ, καθώς το κόστος μετάβασης παραμένει διαχειρίσιμο σε σχέση με το υφιστάμενο δημοσιονομικό αποτύπωμα, σε αντίθεση με εθνικά συστήματα όπως το ελληνικό, όπου το κόστος μετάβασης είναι τεράστιο.
‐ Ακόμη και αν η άμεση εξοικονόμηση κρίνεται μη εφικτή, η ΕΕ θα μπορούσε να προχωρήσει στην σταδιακή δημιουργία αποθεματικών (για νέα συνταξιοδοτικά δικαιώματα ή μόνο για νέους υπαλλήλους) ή να δανειστεί για την άμεση χρη‐ ματοδότηση των δεσμεύσεών της. Η διαφορά μεταξύ της απόδοσης των επενδεδυμένων συνταξιοδοτικών αποταμιεύσεων (3%‐7% όπως φαίνεται από την διεθνή εμπειρία) και του κόστους δανεισμού θα απέφερε σημαντική μακροπρόθεσμη εξοικονόμηση.
"Όσο περισσότερο αργεί η μετάβαση, τόσο μεγαλύτερο θα είναι το κόστος"
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε:
"Οι συνέπειες δεκαετιών αναβολής των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων στο συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας είναι πλέον ιδιαίτερα βαριές. Υπονομεύουν τα δημόσια οικονομικά, περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων, επηρεάζουν το ύψος και τη βιωσιμότητα των συντάξεων και στερούν από την οικονομία πολύτιμους πόρους που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε παραγωγικές επενδύσεις και στην καινοτομία.
Το γεγονός ότι ούτε οι ίδιοι οι θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτουν σήμερα ένα πλήρως κεφαλαιοποιητικό συνταξιοδοτικό σύστημα είναι ενδεικτικό των πολιτικών αντιστάσεων που εξακολουθούν να εμποδίζουν την αναγκαία μετάβαση σε ένα πιο δίκαιο, βιώσιμο και αποτελεσματικό μοντέλο.
Το βέβαιο είναι ότι η πραγματικότητα, αργά ή γρήγορα, θα επιβάλει τις αλλαγές που αναβάλλονται. Και όσο περισσότερο καθυστερούμε, τόσο μεγαλύτερο θα είναι το κόστος της μετάβασης για τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους και τους φορολογούμενους".
Πηγή: capital.gr



