Πολιτική

Ένωση Διοικητικών Δικαστών: Η συνταγματική αναθεώρηση δεν νοείται ως διαδικασία υποχώρησης από θεσμικά και κοινωνικά κεκτημένα

Ένωση Διοικητικών Δικαστών: Η συνταγματική αναθεώρηση δεν νοείται ως διαδικασία υποχώρησης από θεσμικά και κοινωνικά κεκτημένα

Εν όψει της αναθεώρησης του Συντάγματος η Ένωση Διοικητικών Δικαστών (ΕΔΔ) με ψήφισμα των μελών της εκφράζει τις θέσεις της σε θέματα, όπως είναι η λειτουργία των ιδιωτικών Πανεπιστημίων, η επιστολική ψήφος για τους εκλογείς εντός της Επικράτειας κ.λπ.

Παράλληλα, η ΕΔΔ για τα θέματα που αφορούν την Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της, επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί, καθώς θα διενεργηθεί δημοψήφισμα στις 29 και 30 Ιουνίου 2026 και μεταξύ των άλλων τα τεθούν σε ψηφοφορία τα θέματα της ανάληψης δημοσίων θέσεων από δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς μετά την αποχώρησή τους από το δικαστικό σώμα, της ανάθεσης ειδικών διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς, της άρσης ή μη της απόλυτης συνταγματικής απαγόρευσης της απεργίας των δικαστικών λειτουργών, της διατήρησης ή μη των υφιστάμενων ανωτάτων ορίων αφυπηρέτησης των δικαστικών λειτουργών, της διατήρησης ή μη της αρμοδιότητας του υπουργού Δικαιοσύνης να προσφεύγει κατά αποφάσεων των Ανώτατων Δικαστικών Συμβουλίων και να εγείρει την πειθαρχική αγωγή κατά δικαστικών λειτουργών.

Ειδικότερα, το ψήφισμα των μελών της ΕΔΔ, έχει ως εξής:

"Η Ένωση Διοικητικών Δικαστών επισημαίνει ότι η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος συνιστά κορυφαία στιγμή ενός συντεταγμένου κράτους και απαιτεί το αναγκαίο περιθώριο χρόνου για την εξασφάλιση ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου και την επιστημονική επεξεργασία των προτάσεων.

Καθίσταται δε αναγκαία η επαναβεβαίωση θεμελιωδών αρχών της λειτουργικής διάκρισης μεταξύ του Συντάγματος ως θεμελιώδους κανόνα οργάνωσης της Πολιτείας και της κανονιστικής αρμοδιότητας του κοινού νομοθέτη, καθώς η αναθεωρητική διαδικασία οφείλει να υπηρετεί τη διαχρονικότητα των συνταγματικών εγγυήσεων και όχι πρόσκαιρες κανονιστικές επιδιώξεις.

Η εισαγωγή στο συνταγματικό κείμενο ειδικών και λεπτομερειακών ρυθμίσεων, πέραν του ότι αλλοιώνει τον χαρακτήρα του Συντάγματος ως πλαισίου γενικών και διαχρονικών εγγυήσεων, ενέχει τον κίνδυνο αποδυνάμωσης τόσο της κανονιστικής ευχέρειας του κοινού νομοθέτη όσο και του δικαστικού ελέγχου, δεδομένου ότι ρυθμίσεις οι οποίες υπό άλλες συνθήκες θα υπόκειντο σε έλεγχο συνταγματικότητας αποκτούν, μέσω της ένταξής τους στο ίδιο το συνταγματικό κείμενο, καθεστώς ουσιαστικής ανεξέλεγκτης ισχύος.

Η αναθεωρητική διαδικασία δεν νοείται, εξάλλου, ως διαδικασία υποχώρησης από θεσμικά και κοινωνικά κεκτημένα. Αντιθέτως, έχοντας ως αφετηρία τις ήδη υπάρχουσες κατακτήσεις οφείλει να υπηρετεί την ενίσχυση και διεύρυνση αυτών.

Με γνώμονα τα ανωτέρω, η Ένωση Διοικητικών Δικαστών, τοποθετούμενη επί της υποβληθείσας από τον απαιτούμενο αριθμό βουλευτών πρότασης αναθεώρησης, και ιδίως επί των άρθρων που αφορούν στη θεσμική λειτουργία της δικαιοσύνης καθώς και στη δικαιοδοσία και αρμοδιότητα της Διοικητικής Δικαιοσύνης, υποστηρίζει:

Α) τη μη αναθεώρηση του άρθρου 78 του Συντάγματος, δια της προταθείσας προσθήκης παραγράφου 6 στο άρθρο 78 με το εξής περιεχόμενο: "Μπορεί να παρέχονται κίνητρα για σταθερό φορολογικό καθεστώς σε στρατηγικές για την εθνική οικονομία ιδιωτικές επενδύσεις", δηλαδή δια της προσθήκης διάταξης με την οποία συνταγματοποιείται άλλη μία κατηγορία φορολογικής ανισότητας σε βάρος της τυπικά κατοχυρωμένης στο άρθρο 4 παρ. 5 φορολογικής-φοροδοτικής ισότητας των Ελλήνων, πέραν της ήδη υπάρχουσας διάταξης του άρθρου 107 του Συντάγματος (κεφάλαια εξωτερικού, φορολογία πλοίων, ναυτιλιακών επιχειρήσεων)

Β) τη μη αναθεώρηση της παρ.3 του άρθρου 101 του Συντάγματος, σύμφωνα με την υποβληθείσα πρόταση, με την οποία προτείνεται η κατάργηση του τεκμηρίου αρμοδιότητας υπέρ των αποκεντρωμένων διοικήσεων.

Να παραμείνει το τεκμήριο αρμοδιότητας υπέρ της αποκεντρωμένης διοίκησης, το οποίο θεσπίστηκε στο Σύνταγμα, διότι συνάπτεται με την, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Σ. θεμελιώδη αρχή του πολιτεύματος, δημοκρατική αρχή, συμβάλλοντας στον δημοκρατικό μετασχηματισμό των κρατικών λειτουργιών, ο οποίος αποβλέπει, μεταξύ των άλλων, στην εγκατάλειψη των αυταρχικών δομών του συγκεντρωτισμού και την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων των κρατικών οργάνων διοίκησης που βρίσκονται εγγύτερα στον πολίτη.

Γ) τη μη αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Η προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Σ) και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ) προϋποθέτουν ουσιαστική δυνατότητα πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση.

Η πρόβλεψη ότι η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από πλήρως αυτοδιοικούμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου συνιστά ειδική εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της ανεξαρτησίας της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και έρευνας. Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί συγκυριακή επιλογή του συντακτικού νομοθέτη, αλλά αποτυπώνει την αντίληψη ότι η ανώτατη παιδεία υπηρετεί το γενικό κοινωνικό συμφέρον και ότι η λειτουργία των πανεπιστημίων οφείλει να καθορίζεται από τις ανάγκες της διδασκαλίας, της έρευνας και της επιστημονικής προόδου και όχι από κριτήρια οικονομικής απόδοσης.

Δ) τη μη αναθεώρηση του άρθρου 51 του Συντάγματος, κατά το μέρος που προτείνεται η συνταγματική κατοχύρωση της δυνατότητας επιστολικής ψήφου για τους εκλογείς εντός της Επικράτειας. Η επιστολική ψήφος εγείρει σοβαρούς προβληματισμούς ως προς την αποτελεσματική διασφάλιση θεμελιωδών συνταγματικών αρχών, όπως η μυστικότητα της ψήφου, το αδιάβλητο της εκλογικής διαδικασίας και η αρχή της ταυτόχρονης διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών. Η διενέργεια της ψηφοφορίας εκτός ελεγχόμενου εκλογικού περιβάλλοντος δημιουργεί κινδύνους επηρεασμού της εκλογικής βούλησης και αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του εκλογικού αποτελέσματος, προσκρούοντας στην επιβεβλημένη από την καταστατική αρχή της λαϊκής κυριαρχίας διαφύλαξη συνθηκών αποτροπής νοθείας των αποτελεσμάτων των βουλευτικών εκλογών.

Ε) τη μη αναθεώρηση της παρ.4 του άρθρου 21 του Συντάγματος. Να παραμείνει η ισχύουσα διατύπωση "Η απόκτηση κατοικίας από αυτούς που τη στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του Κράτους", στην οποία εμπεριέχεται, άλλωστε, και το έλασσον, ήτοι η κατοχύρωση της προσιτής στέγης.

Τέλος, η Ένωση Διοικητικών Δικαστών υποστηρίζει τη μη αναθεώρηση της παραγράφου 2 του άρθρου 89 του Συντάγματος. Ως προς δε την υποβληθείσα πρόταση αναθεώρησης των άρθρων 17, 24, 79, 100 και 103 του Συντάγματος και ως προς τα θέματα του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης (άρθρο 90 παρ. 5 του Σ), της ανάληψης δημοσίων θέσεων από δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς μετά την αποχώρησή τους από το δικαστικό σώμα, της ανάθεσης ειδικών διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς (άρθρο 89 παρ. 3 του Σ), της άρσης ή μη της απόλυτης συνταγματικής απαγόρευσης της απεργίας των δικαστικών λειτουργών (άρθρο 23 παρ.2 του Σ), της διατήρησης ή μη των υφιστάμενων ανωτάτων ορίων αφυπηρέτησης των δικαστικών λειτουργών (άρθρο 88 παρ.5 του Σ), της διατήρησης ή μη της αρμοδιότητας του Υπουργού Δικαιοσύνης να προσφεύγει κατά αποφάσεων των Ανώτατων Δικαστικών Συμβουλίων (άρθρο 90 παρ.3 εδ. α' του Σ) και να εγείρει την πειθαρχική αγωγή κατά δικαστικών λειτουργών (άρθρο 91 παρ.1 εδ.β' του Σ), της διατήρησης ή μη του ισχύοντος συστήματος διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου συνταγματικότητας από όλα τα δικαστήρια και την κατάργηση ή μη του άρθρου 86 του Συντάγματος, η Ένωση επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί, κατόπιν διενέργειας δημοψηφίσματος, που θα διενεργηθεί στις 29 και 30 Ιουνίου 2026".

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πηγή: capital.gr

ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ
Η συνάντηση της Αγροδιατροφικής Σύμπραξης Θεσσαλίας με τη διοίκηση του ΣΒΘΣΕ στον Βόλο επιβεβαίωσε τη βούληση για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου μοντέλου συνεργασίας που θα συνδέει παραγωγή, μεταποίηση, logistics και γαστρονομία, ενισχύοντας την ιχνηλασιμότητα και τη διαμόρφωση μιας ενιαίας αγροδιατροφικής ταυτότητας για τη Θεσσαλία. Στο πλαίσιο αυτό, πραγματοποιήθηκαν επισκέψεις στην εταιρεία Centaur, με διεθνή δραστηριότητα στον τομέα της ασφάλειας τροφίμων, καθώς και στο πρότυπο...
THINK TANK

1. Πόσα από τα έργα που ανακοινώθηκαν επανειλημμένα από την Περιφέρεια Θεσσαλίας έχουν ολοκληρωθεί, ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα υλοποίησής τους και ποια μετρήσιμα αποτελέσματα έχουν αποδώσει στους πολίτες;

2. Γιατί η Περιφερειακή Αρχή δίνει τόσο μεγάλη έμφαση στην επικοινωνία, στις συσκέψεις και στις δημόσιες ανακοινώσεις, χωρίς να συνοδεύονται πάντοτε από αντίστοιχη δημόσια λογοδοσία για την πρόοδο ή την αποτυχία των εξαγγελιών;

3. Μπορεί η διοίκηση Κουρέτα να παρουσιάσει συγκεκριμένα παραδείγματα προβλημάτων που καταγράφηκαν στο "πεδίο", επιλύθηκαν πλήρως και δεν χρειάστηκε να επανεμφανιστούν σε μεταγενέστερα δελτία τύπου ως εκκρεμότητες;