Είναι τόσο κακός πρωθυπουργός ο Κιρ Στάρμερ ή η σύγχρονη Βρετανία είναι δύσκολο καράβι για να το κουμαντάρει ο οποιοσδήποτε ηγέτης;
Με 100 Εργατικούς βουλευτές να ζητούν την παραίτηση του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ μετά και την πανωλεθρία στις τοπικές εκλογές στο Ηνωμένο Βασίλειο, το βασικό στοίχημα δεν είναι αν ο Στάρμερ επιβιώσει ή αντικατασταθεί, αλλά αν η άλλοτε πανίσχυρη Βρετανία είναι πλέον ικανή να αυτό-κυβερνηθεί.
Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που θέτει η Washington Post, καθώς τρεις προκάτοχοι του Στάρμερ κατέρρευσαν διαδοχικά εξαιτίας της απώλειας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, εσωκομματικής ανταρσίας και ενός προϋπολογισμού που κατέρρευσε τη στερλίνα. Ο τέταρτος κατέγραψε το χειρότερο εκλογικό αποτέλεσμα των Συντηρητικών εδώ και έναν αιώνα.
Ταυτόχρονα ο δικομματισμός Συντηρητικών–Εργατικών φαίνεται να παραπαίει καθώς τα δύο ιστορικά κόμματα συγκεντρώνουν μόλις το 37% συνομικά μοιράζοντας την πίτα με πέντε ανερχόμενα κόμματα.
Πράγματι, ο Στάρμερ έκανε πολιτικά λάθη, μεταξύ αυτών και η απόφαση να θέσει εισοδηματικά κριτήρια για το επίδομα θέρμανσης των συνταξιούχων — μια αιφνιδιαστική περικοπή που έπληξε τον πυρήνα των ψηφοφόρων του και εξόργισε τους βουλευτές των Εργατικών. Τρία πρόσωπα συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον ως πιθανοί διεκδικητές, ο πρώην υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ, ο δημάρχος του Μάντσεστερ Άντι Μπέρναμ και η πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Άντζελα Ρέινερ.
Μπορεί κανείς άραγε;
Ωστόσο, η Washington Post επισημαίνει ότι η σχεδόν άμεση κατάρρευση της στήριξης προς τον Στάρμερ οδήγησε ορισμένους στο συμπέρασμα ότι, στο σημερινό κλίμα, κανένας ηγέτης δεν μπορεί να διατηρήσει για πολύ τη στήριξη της κοινής γνώμης.
«Η εμπιστοσύνη προς την ηγεσία καταρρέει σχεδόν αμέσως», δήλωσε ο Τόνι Τράβερς, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο London School of Economics. «Όποιος γίνεται πρωθυπουργός μετατρέπεται πολύ γρήγορα στον “πιο αντιδημοφιλή πρωθυπουργό όλων των εποχών”. Αυτό παραλύει το σύστημα».
Η αμερικανική εφημερίδα, η χώρα αντιμετωπίζει αλληλένδετες κρίσεις, τις οποίες ίσως καμία αλλαγή ηγεσίας να μην μπορεί να επιλύσει.
Η πρώτη είναι οικονομική. Η Βρετανία δεν ανέκαμψε ποτέ πλήρως από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Οι πραγματικοί μισθοί παρέμειναν στάσιμοι για περισσότερο από μία δεκαετία. Ακολούθησε το Brexit, το οποίο εκτιμάται ότι μείωσε το ΑΕΠ έως και κατά 8% ανά άτομο.
Η πανδημία του κορονοϊού αύξησε τις προσδοκίες των πολιτών για το τι μπορεί να προσφέρει το κράτος -από τις κρατικές ενισχύσεις στους εργαζομένους που τέθηκαν σε αναστολή μέχρι την άμεση κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού- ενώ παράλληλα εξοικείωσε τους ψηφοφόρους με ένα υψηλό επίπεδο κρατικής παρέμβασης, καθώς οι έκτακτες δαπάνες εκτόξευσαν το δημόσιο χρέος.
Τώρα, με τις αμυντικές δαπάνες να αυξάνονται κατακόρυφα εξαιτίας της αποστασιοποίησης του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ από το ΝΑΤΟ, τα βρετανικά κρατικά ομόλογα έχουν τις υψηλότερες αποδόσεις μεταξύ των χωρών της G7. Κανένας πρωθυπουργός δεν ήταν διατεθειμένος να πει ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχουν τα χρήματα για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις ενός ανυπόμονου εκλογικού σώματος.
«Είναι δύσκολη εποχή για να κυβερνά κανείς μια χώρα, ιδιαίτερα μια δημοκρατία», δήλωσε η Μπρόνγουεν Μάντοξ, επικεφαλής του Chatham House. «Οι πολιτικοί πρέπει να πουν: “Κοιτάξτε, όλα εκείνα τα χρήματα που νομίζατε ότι θα διατεθούν για την υγεία, την εκπαίδευση και τις συντάξεις σας, πρέπει τώρα να πάνε στο χρέος και στην άμυνα”».
Οι πέντε προκάτοχοι του Στάρμερ προσπάθησαν και απέτυχαν να ικανοποιήσουν ένα βρετανικό κοινό που μοιάζει να έχει χάσει την πίστη του στο ίδιο το σύστημα. Αν αποτύχει και ο Στάρμερ, ίσως έρθει η σειρά του Νάιτζελ Φάρατζ, (Reform UK) να δοκιμάσει αν κάποιος μπορεί να τα καταφέρει.
Γιατί η Βρετανία όμως;
Η Βρετανία δεν είναι η μόνη χώρα που δοκιμάζεται από τις εντάσεις γύρω από τη μετανάστευση, τη διχόνοια των κοινωνικών δικτύων και τις συνέπειες της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της πανδημίας. «Δεν πιστεύω ότι πρόκειται για βρετανική ασθένεια», δήλωσε ο Μαρκ Λέοναρντ, διευθυντής του European Council on Foreign Relations. «Δεν νομίζω ότι υπάρχει χώρα στην Ευρώπη με ισχυρή και σταθερή κυβέρνηση.»
Η διαφορά σήμερα, σύμφωνα με τον Λέοναρντ, είναι ότι η Βρετανία ιστορικά βρισκόταν πάνω από αυτού του είδους την ευρωπαϊκή αστάθεια, χάρη στο πλειοψηφικό εκλογικό της σύστημα και στην κυριαρχία των δύο μεγάλων κομμάτων. «Ήμουν έφηβος στο Βέλγιο όταν οι κυβερνήσεις είχαν πολύ μικρό προσδόκιμο ζωής», είπε. «Η Βρετανία ήταν η εξαίρεση· τώρα αρχίζει να μοιάζει με όλους τους άλλους.»
Οι συνεχείς αναταράξεις έχουν οξύνει διαιρέσεις που διαπερνούν τη βρετανική κοινωνία εδώ και δεκαετίες, όπως η κυριαρχία του Λονδίνου έναντι των υπόλοιπων περιοχών και το άνισο εκπαιδευτικό σύστημα. Παράλληλα, έχουν εμφανιστεί νέες γραμμές ρήξης -μεταξύ πόλης και υπαίθρου, ελίτ και εργατικής τάξης, νέων και ηλικιωμένων- οι οποίες τροφοδοτούν μια διαρκή κατάσταση δυσαρέσκειας στους ψηφοφόρους.
«Δεν πρόκειται για τις κλασικές βρετανικές ταξικές διαιρέσεις, είναι νεότερες, αλλά βιώνονται εξαιρετικά έντονα», είπε η Μπρόνγουεν Μάντοξ, επικεφαλής του Chatham House.
Το Brexit αναδιοργάνωσε επίσης τη βρετανική πολιτική ταυτότητα γύρω από πολιτισμικές γραμμές και όχι γύρω από τις παραδοσιακές κομματικές και ταξικές ταυτότητες, ανατρέποντας το πολιτικό τοπίο.
«Οι άνθρωποι υιοθέτησαν ταυτότητες που ξεπέρασαν και έγιναν ισχυρότερες από τις κομματικές ταυτότητες», δήλωσε ο Τράβερς. «Άνθρωποι που ήταν για χρόνια Εργατικοί ή Συντηρητικοί προσκολλώνται πλέον περισσότερο στην ιδέα του Leave ή του Remain.»
Έτσι, το αμερικανικό δημοσίευμα παρατηρεί ότι με τη στήριξη των ψηφοφόρων να διασκορπίζεται σε περισσότερα κόμματα, το Reform UK βρίσκεται πλέον σε θέση να διεκδικήσει την εξουσία στις επόμενες γενικές εκλογές -που δεν αναμένονται πριν από το 2029- ακόμη και χωρίς πλειοψηφικό ποσοστό.
«Αν είσαι αρχηγός ενός κόμματος που μπορεί να πάρει 30% στο δικό μας πλειοψηφικό σύστημα και κανένα άλλο κόμμα δεν ξεπερνά το 22% ή 23%, τότε κερδίζεις», είπε ο Τράβερς. «Το γεγονός ότι το Brexit διέσπασε τόσο πολύ τη στήριξη προς τα δύο μεγάλα κόμματα λειτουργεί υπέρ του».
Πηγή: in.gr

