Κόσμος

Η ΕΕ ξοδεύει δισεκατομμύρια στις απελάσεις μεταναστών – Γιατί η στρατηγική αυτή δεν αποδίδει

Η ΕΕ ξοδεύει δισεκατομμύρια στις απελάσεις μεταναστών – Γιατί η στρατηγική αυτή δεν αποδίδει

Παράλληλα με την οικονομική και διπλωματική επιρροή, η ΕΕ έχει επενδύσει σημαντικά σε υποδομές επιβολής του νόμου, με στόχο την αύξηση των επιστροφών

Για πάνω από μια δεκαετία, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) βασίζεται σε εξωτερικές συνεργασίες για να αυξήσει τον αριθμό των επιστροφών μεταναστών που δεν έχουν δικαίωμα παραμονής στην Ευρώπη.

Έχει αξιοποιήσει ένα ολοένα και πιο εκτεταμένο δίκτυο χρηματοδοτήσεων, προγραμμάτων και διμερών συμφωνιών, προκειμένου να πείσει χώρες της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής να συνεργαστούν στην προσπάθειά της να επιστρέψει τους μετανάστες στις χώρες καταγωγής τους.

Οι πολιτικές της περιλαμβάνουν κίνητρα όπως το Ταμείο Έκτακτης Ανάγκης της ΕΕ για την Αφρική, το Μηχανισμό για τους Πρόσφυγες στην Τουρκία και το Μέσο Γειτονίας, Ανάπτυξης και Διεθνούς Συνεργασίας.

Πιέσεις σε τρίτα κράτη

Δισεκατομμύρια ευρώ έχουν διοχετευθεί σε έργα που σχετίζονται με τη μετανάστευση.

Τα κίνητρα συνοδεύονται από εξαναγκασμό.

Η ΕΕ χρησιμοποιεί τον αναθεωρημένο Κώδικα Θεωρήσεων (Άρθρο 25α) ως μοχλό πίεσης, επιτρέποντας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επιβάλλει περιορισμούς στη χορήγηση βίζας σε χώρες που δεν συνεργάζονται.

Παράλληλα με αυτή την οικονομική και διπλωματική πίεση, η ΕΕ έχει επενδύσει σημαντικά σε υποδομές επιβολής του νόμου για να αυξήσει τις επιστροφές.

Αυτό περιλαμβάνει εξοπλισμό συνόρων, βιομετρικές βάσεις δεδομένων, χωρητικότητα κράτησης και επιχειρησιακή υποστήριξη μέσω της Frontex, της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Συνόρων και Ακτοφυλακής.

Η προσέγγιση αυτή έχει ονομαστεί στρατηγική εξωτερικής ανάθεσης της ΕΕ, όπως αναλύουν ερευνητές του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου σε άρθρο τους στο The Conversation.

Η στρατηγική αυτή βασίζεται στην υπόθεση ότι τα οικονομικά κίνητρα μπορούν να εξασφαλίσουν συνεργασία και ότι οι υποδομές επιβολής του νόμου μπορούν να μετατρέψουν τις πολιτικές συμφωνίες σε πραγματικές επιστροφές.

Στην Αφρική, η ΕΕ έχει χρησιμοποιήσει τη χρηματοδότηση κυρίως ως εργαλείο περιορισμού, ενώ στη Μέση Ανατολή έχει αποτελέσει τρόπο κατανομής του βάρους της συριακής κρίσης. Κανένα από τα δύο μοντέλα δεν έχει αποφέρει την επιθυμητή συνεργασία.

Μία πολιτική που αποτυγχάνει

Όπως αναφέρουν στο άρθρο, με βάση προηγούμενη μελέτη τους σχετικά με τη διακυβέρνηση της ΕΕ σε θέματα επιστροφών και επαναπροωθήσεων, η νέα αναφορά των Umutcan Yüksel και Amanda Bisong, εξετάζει εάν οι πολιτικές της ΕΕ έχουν οδηγήσει σε βιώσιμη συνεργασία όσον αφορά τις επιστροφές από την Αφρική και τη Μέση Ανατολή.

Η σύντομη απάντηση: όχι. Τα ποσοστά επιστροφής παραμένουν κάτω από το 10% στο μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής. Στη Μέση Ανατολή, μόνο ένας μικρός αριθμός κρατών συνεργάζεται ουσιαστικά.

Η χρηματοοικονομική μόχλευση και η υποδομή επιβολής του νόμου έχουν συμβάλει σε μια πιο συναλλακτική και βραχυπρόθεσμη προσέγγιση.

Με βάση τα στοιχεία της έρευνάς, λοιπόν, υποστηρίζται ότι η αύξηση της χρηματοδότησης για τις επιστροφές θα έχει περιορισμένο αποτέλεσμα στις πραγματικές επιστροφές στις χώρες προέλευσης.

Οι ερευνητές μάλιστα, καταλήγουν σε τρεις συστάσεις για την καλύτερη ευθυγράμμιση των στόχων της ΕΕ όσον αφορά τις επιστροφές με τις οικονομικές και διπλωματικές επενδύσεις της.

Πρώτον, να μετρηθεί η ποιότητα των επιστροφών και όχι μόνο ο όγκος τους, συμπεριλαμβανομένης της βιωσιμότητας και της ασφάλειας της επανένταξης.

Δεύτερον, να δοθεί προτεραιότητα στη στοχευμένη μεταναστευτική διπλωματία έναντι των ευρέων χρηματοδοτικών πακέτων, διατηρώντας τα δικαιώματα των μεταναστών στο επίκεντρο των εταιρικών σχέσεων της ΕΕ.

Και τρίτον, να επεκταθούν οι επενδύσεις σε νόμιμες οδούς μεταναστευτικής εργασίας, οι οποίες σήμερα αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 10% των συνολικών δαπανών της ΕΕ για τη μετανάστευση.

Τι λένε οι αριθμοί

Το ποσοστό επιστροφής των Αφρικανών μεταναστών είναι, συνολικά, 9,9%.

Ο αριθμός αυτός κρύβει δραματικές υπο-περιφερειακές διακυμάνσεις.

Το ποσοστό επιστροφής της Βόρειας Αφρικής, που ανέρχεται σε 11,2%, οφείλεται εν μέρει στη συνεργασία με το Μαρόκο και την Τυνησία. Αντίθετα, τα ποσοστά επιστροφής είναι χαμηλότερα στη Δυτική Αφρική (7,5%) και την Ανατολική Αφρική (7,9%), περιοχές που προκαλούν πολλές παράνομες αφίξεις στην Ευρώπη και λαμβάνουν σημαντική χρηματοδότηση από την ΕΕ για τη μετανάστευση.

Στη Μέση Ανατολή, το συνολικό ποσοστό επιστροφής της περιοχής είναι 16,8%. Υπάρχει ισχυρή συνεργασία με την Ιορδανία (57,0%) και το Ιράκ (35,4%). Η Υεμένη παραμένει στο 2,1%, υπογραμμίζοντας ότι η υψηλή χρηματοδότηση και η πολιτική βούληση δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τις βασικές συνθήκες ασφάλειας και λειτουργικότητας του κράτους στις χώρες προέλευσης.

Τα προγράμματα εθελοντικής επιστροφής, τα οποία συχνά υποστηρίζονται με χρηματοδότηση για την επανένταξη, προωθούνται ευρέως ως μια πιο ανθρώπινη εναλλακτική λύση έναντι των αναγκαστικών απελάσεων. Ωστόσο, το όριο μεταξύ των δύο είναι συχνά ασαφές: οι μετανάστες ενδέχεται να επιλέξουν την «εθελοντική» επιστροφή αφού λάβουν διαταγή επιστροφής, αντιμετωπίζουν κράτηση ή χάνουν την πρόσβαση σε νόμιμη διαμονή. Η υποβοηθούμενη επιστροφή σπάνια αποτελεί μια προγραμματισμένη επιλογή για τους μετανάστες – είναι κυρίως μια έσχατη λύση.

Υπάρχει απάντηση;

Συνολικά, η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις επιστροφές μεταναστών μοιάζει να κινείται με μεγάλη ένταση, αλλά περιορισμένη απόδοση.

Παρά τα δισεκατομμύρια ευρώ που επενδύονται σε συμφωνίες, χρηματοδοτήσεις και μηχανισμούς ελέγχου, το αποτέλεσμα παραμένει σε μεγάλο βαθμό το ίδιο: οι επιστροφές δεν αυξάνονται ουσιαστικά και η συνεργασία με πολλές χώρες προέλευσης παραμένει εύθραυστη και αποσπασματική.

Η εικόνα που προκύπτει είναι ότι τα οικονομικά «καρότα» και τα διπλωματικά «μαστίγια» δεν αρκούν από μόνα τους για να δημιουργήσουν σταθερά αποτελέσματα. Εκεί όπου υπάρχουν επιτυχίες, αυτές στηρίζονται σε συγκεκριμένες συνθήκες συνεργασίας και όχι σε γενικευμένα μοντέλα πίεσης.

Αντίθετα, σε περιοχές με αστάθεια ή αδύναμους θεσμούς, η πολιτική επιστροφών κολλάει, ανεξάρτητα από το ύψος της χρηματοδότησης.

Έτσι, η στρατηγική της εξωτερίκευσης αποκαλύπτει τα όριά της: μπορεί να διαχειρίζεται ροές και να παράγει συμφωνίες, αλλά δεν εγγυάται βιώσιμες λύσεις.

Το ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς περισσότερη χρηματοδότηση ή αυστηρότεροι μηχανισμοί, αλλά μια πιο ρεαλιστική και ανθρώπινη προσέγγιση που θα συνδυάζει διπλωματία, σταθερότητα και νόμιμες μεταναστευτικές διεξόδους. Μόνο τότε μπορεί να υπάρξει πραγματική αλλαγή και όχι απλώς διαχείριση του προβλήματος.

Πηγή: in.gr

ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ
Η Περιφέρεια Θεσσαλίας, με την στήριξη των Επιμελητηρίων Λάρισας και Καρδίτσας, συμμετείχε δυναμικά στην Διεθνή Έκθεση προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας PLMA 2026 , στο Άμστερνταμ (19–20 Μαΐου). Εννέα θεσσαλικές επιχειρήσεις παρουσίασαν τα προϊόντα τους. Πραγματοποίησαν στοχευμένες εμπορικές συναντήσεις και απέσπασαν θετικές εντυπώσεις · με τα περίπτερά τους να τα επισκέπτονται και εκπρόσωποι της Ελληνικής Πρεσβείας στην Ολλανδία.
OPINION ZONE

γράφει
Παπαϊωάννου Στέργιος

THINK TANK

1. Πόσα από τα έργα που ανακοινώθηκαν επανειλημμένα από την Περιφέρεια Θεσσαλίας έχουν ολοκληρωθεί, ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα υλοποίησής τους και ποια μετρήσιμα αποτελέσματα έχουν αποδώσει στους πολίτες;

2. Γιατί η Περιφερειακή Αρχή δίνει τόσο μεγάλη έμφαση στην επικοινωνία, στις συσκέψεις και στις δημόσιες ανακοινώσεις, χωρίς να συνοδεύονται πάντοτε από αντίστοιχη δημόσια λογοδοσία για την πρόοδο ή την αποτυχία των εξαγγελιών;

3. Μπορεί η διοίκηση Κουρέτα να παρουσιάσει συγκεκριμένα παραδείγματα προβλημάτων που καταγράφηκαν στο "πεδίο", επιλύθηκαν πλήρως και δεν χρειάστηκε να επανεμφανιστούν σε μεταγενέστερα δελτία τύπου ως εκκρεμότητες;