Ένας άνδρας ανοίγει το Tinder δέκα, είκοσι, τριάντα φορές την ημέρα. Δεν αναζητά απλώς μια γνωριμία. Μετρά την αξία του. Κάθε απουσία match, κάθε συνομιλία που σταματά, κάθε μήνυμα που μένει αναπάντητο μοιάζει με μικρή ψήφο απόρριψης.
Ύστερα περνά στο YouTube, σε βίντεο που υπόσχονται να του εξηγήσουν γιατί οι γυναίκες επιλέγουν μόνο μια μικρή μειοψηφία ανδρών. Μετά ακούει ένα podcast για το πώς να γίνει high value man, ένας «άνδρας υψηλής αξίας». Η διαδρομή από το swipe στη μνησικακία δεν είναι αυτόματη. Είναι όμως πλέον τεχνικά, οικονομικά και ιδεολογικά διαθέσιμη.
Η σύγχρονη συζήτηση για τους Incels ξεκινά συχνά από την πιο ορατή και τρομακτική της όψη: τα forums μίσους, τις φαντασιώσεις βίας, τις επιθέσεις που παρουσιάζονται ως εκδίκηση απέναντι στις γυναίκες. Ο όρος Incel προέρχεται από το involuntary celibate, δηλαδή «ακούσια άγαμος» ή «ακούσια σεξουαλικά ανενεργός».
Στη δημόσια συζήτηση όμως δεν περιγράφει απλώς μοναξιά ή αγαμία. Περιγράφει κυρίως μια ιδεολογική κοινότητα όπου η σεξουαλική ματαίωση ερμηνεύεται μέσα από μισογυνικά σχήματα ενοχής, ιεραρχίας και δικαιώματος.
Η διάκριση είναι κρίσιμη. Το ζήτημα δεν είναι ότι υπάρχουν άνδρες μόνοι, θυμωμένοι ή σεξουαλικά ματαιωμένοι. Αυτό είναι πραγματικό και πρέπει να συζητηθεί χωρίς ειρωνεία. Η μοναξιά, η ψυχική επισφάλεια, η κοινωνική αμηχανία και η δυσκολία έκφρασης ευαλωτότητας είναι υπαρκτές εμπειρίες. Σε κοινωνίες όπου οι άνδρες κοινωνικοποιούνται ώστε να αναζητούν επιβεβαίωση μέσα από επιτυχία, σεξουαλική κατάκτηση, επαγγελματική ισχύ και έλεγχο, η αποτυχία στις σχέσεις μπορεί να βιωθεί ως συνολική αποτυχία του εαυτού.
Συναισθηματικός καπιταλισμός
Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτά τα βιώματα απορροφώνται από ένα οικοσύστημα που τα μεταφράζει σε μισογυνία. Εκεί όπου το «δεν με θέλουν» γίνεται «μου στερούν αυτό που μου ανήκει», η μοναξιά παύει να είναι απλώς πόνος και γίνεται πολιτική ύλη.
Η ανδρική απόρριψη γίνεται πολιτική όταν οργανώνεται ως αφήγημα απώλειας δικαιωμάτων, κύρους και ιεραρχικής θέσης. Χρειάζεται, λοιπόν, να αναλύσουμε μια πολιτική οικονομία του ανδρικού παραπόνου: ποιοι θεσμοί, πλατφόρμες, influencers, αλγόριθμοι και κοινότητες κερδίζουν από τη μετατροπή της ματαίωσης σε διαρκή θυμό.
Τα dating apps, δηλαδή οι εφαρμογές γνωριμιών, βρίσκονται στο πρώτο επίπεδο αυτού του οικοσυστήματος. Το Tinder, το Bumble, το Hinge, το OkCupid, το Feeld ή το Grindr δεν δημιούργησαν τη μοναξιά ούτε εφηύραν τη μισογυνία.
Μετέβαλαν όμως τους όρους μέσα στους οποίους η επιθυμία εμφανίζεται, μετριέται και αξιολογείται. Υποσχέθηκαν περισσότερες επιλογές, μεγαλύτερη ευκολία, λιγότερη αμηχανία. Αντί όμως να καταργήσουν την απόρριψη, την έκαναν μετρήσιμη. Το «όχι» εμφανίζεται πλέον ως απουσία ταιριάσματος, ως ghosting, ως αλγόριθμος που φαίνεται να σε θάβει, ως συνεχής σύγκριση με πιο επιθυμητά προφίλ.
Η ερωτική απογοήτευση αποκτά interface, δηλαδή ψηφιακή διεπαφή. Γίνεται αριθμός, ειδοποίηση, σιωπή, στατιστική υποψία. Η πλατφόρμα υπόσχεται έξοδο από τη μοναξιά, αλλά η οικονομική της βιωσιμότητα εξαρτάται από την επαναλαμβανόμενη χρήση, την αναβολή της ικανοποίησης και τη μετατροπή της ορατότητας σε πληρωμένη υπηρεσία.
Premium συνδρομές, boosts, super likes, paid filters, επαγγελματικές φωτογραφίσεις, συμβουλές πρώτου μηνύματος και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης συγκροτούν έναν μηχανισμό όπου η ερωτική αδυναμία παρουσιάζεται ως πρόβλημα τεχνικής βελτίωσης.
Εδώ είναι χρήσιμη η έννοια του συναισθηματικού καπιταλισμού της Eva Illouz. Στα έργα της για την αγάπη, την επιλογή και την οικειότητα, η Illouz δείχνει πώς οι συναισθηματικές σχέσεις οργανώνονται όλο και περισσότερο με όρους αγοράς: επιλογή, ανταγωνισμός, επένδυση, κόστος, απόδοση.
Στο ψηφιακό dating, το υποκείμενο καλείται να μετατρέψει τον εαυτό του σε προφίλ, δηλαδή σε προϊόν ορατό, ελκυστικό, διακριτό και ανταγωνιστικό. Το σώμα, το χιούμορ, το επάγγελμα, το ύψος, η φωτογένεια και η πολιτική ταυτότητα μετατρέπονται σε σήματα αξίας.
Ωστόσο, η ίδια πλατφόρμα που για πολλούς άνδρες παράγει αορατότητα, για πολλές γυναίκες παράγει υπερέκθεση. Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί η incel αφήγηση παρουσιάζει συχνά τις γυναίκες ως απόλυτα κερδισμένες της ψηφιακής ερωτικής αγοράς. Υποτίθεται ότι έχουν άπειρες επιλογές, απορρίπτουν χωρίς κόστος και ελέγχουν το παιχνίδι.
Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Ερευνες όπως εκείνες του Pew Research Center δείχνουν ότι πολλές γυναίκες στις εφαρμογές γνωριμιών βιώνουν ανεπιθύμητα σεξουαλικά μηνύματα, επίμονη επικοινωνία μετά την άρνηση, προσβολές και απειλές. Η γυναικεία ορατότητα δεν ισοδυναμεί με ισχύ. Συχνά σημαίνει διαρκή εργασία αυτοπροστασίας.
Η βιομηχανία της συμβουλής
Το δεύτερο επίπεδο είναι η βιομηχανία της συμβουλής: dating coaches, pick up artists, self improvement influencers, διαδικτυακές εκπομπές και paid communities, δηλαδή κοινότητες επί πληρωμή.
Από παλαιότερες κοινότητες pick up artists, όπως το Real Social Dynamics ή το Return of Kings, μέχρι τη σημερινή κουλτούρα των high value men, η απόρριψη μετατρέπεται σε πρότζεκτ αυτοβελτίωσης. Γυμνάσου. Πλούτισε. Μάθε να μιλάς. Μην είσαι needy, δηλαδή απεγνωσμένος. Γίνε πιο κυρίαρχος. Μάθε να πουλάς καλύτερα τον εαυτό σου.
Σε μια πρώτη ανάγνωση, η αυτοβελτίωση μπορεί να φαίνεται αθώα, ακόμη και θετική. Δεν υπάρχει τίποτα προβληματικό στο να θέλει κάποιος να φροντίσει το σώμα του, να αποκτήσει αυτοπεποίθηση ή να αντιμετωπίσει την ανασφάλειά του.
Το ερώτημα είναι σε ποιο ιδεολογικό πλαίσιο τοποθετείται αυτή η αυτοβελτίωση. Πολύ συχνά δεν απευθύνεται σε ανθρώπους που θέλουν να συνδεθούν ισότιμα, αλλά σε άνδρες που καλούνται να γίνουν «υψηλής αξίας» ώστε να αποκτήσουν πρόσβαση σε γυναίκες. Η σχέση δεν παρουσιάζεται ως αμοιβαιότητα, αλλά ως κατάκτηση. Η επιθυμία γίνεται ανταμοιβή για σωστή στρατηγική.
Εδώ η γλώσσα της αγοράς εισβάλλει στην οικειότητα. Ανδρες και γυναίκες κατατάσσονται σε κλίμακες αξίας. Η σεξουαλικότητα γίνεται απόδοση. Το σώμα γίνεται κεφάλαιο. Η σχέση γίνεται επένδυση. Η απόρριψη γίνεται απόδειξη χαμηλής αγοραστικής δύναμης στο sexual marketplace, δηλαδή στη «σεξουαλική αγορά». Πρόκειται για λόγο ταυτόχρονα νεοφιλελεύθερο και πατριαρχικό: ο καθένας οφείλει να αυξήσει την αξία του, αλλά η γυναικεία επιθυμία αντιμετωπίζεται ως πόρος που πρέπει να κατακτηθεί, να ελεγχθεί ή να τιμωρηθεί όταν δεν ανταποκρίνεται.
Η οικονομία της προσοχής
Το τρίτο επίπεδο είναι η οικονομία της προσοχής. Το TikTok, το YouTube, το X, οι διαδικτυακές εκπομπές και τα αποκομμένα clips ανταμείβουν τον θυμό, την ταπείνωση και τη σύγκρουση. Τα debate videos, οι street interviews για το body count, οι εκπομπές όπου οι γυναίκες αξιολογούνται ως wife material, δεν είναι αμιγώς incel περιεχόμενο.
Συχνά όμως κανονικοποιούν το ίδιο υπόστρωμα: ότι οι σχέσεις είναι αγορά αξίας, ότι οι γυναίκες πρέπει να αξιολογούνται, ότι ο φεμινισμός αδίκησε τους άνδρες ζητώντας ευθύνη χωρίς εγγυημένη ανταμοιβή.
Ο Andrew Tate, ανεξάρτητα από την έκβαση των νομικών υποθέσεων που τον αφορούν και τις οποίες ο ίδιος αρνείται, είναι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο αυτής της εμπορευματοποιημένης υπερ-αρρενωπότητας. Δεν έχει σημασία μόνο ως πρόσωπο, αλλά ως μοντέλο δημόσιας περσόνας: πλούτος, κυριαρχία, περιφρόνηση προς τις γυναίκες, αυτοπειθαρχία, κοινότητες επί πληρωμή, επιθετική αισθητική επιτυχίας.
Ανήκει σε μια γενεαλογία που περιλαμβάνει παλαιότερους pick up artists όπως ο Roosh V και νεότερες μορφές ψηφιακού ανδρισμού που συνδυάζουν γυμναστική, επιχειρηματικότητα και αντιφεμινισμό. Το μήνυμα είναι απλό: δεν απορρίπτεσαι επειδή οι σχέσεις είναι σύνθετες. Απορρίπτεσαι επειδή δεν έχεις γίνει αρκετά ισχυρός.
Η «ανδρόσφαιρα»
Το τέταρτο επίπεδο είναι η manosphere, η λεγόμενη «ανδρόσφαιρα»: ένα χαλαρό αλλά ισχυρό οικοσύστημα από forums, subreddits, διαδικτυακές εκπομπές, κανάλια, κλειστές κοινότητες και ιδεολογικά λεξιλόγια όπου η ανδρική δυσαρέσκεια αποκτά συλλογική ταυτότητα.
Η Debbie Ging αναλύει τη manosphere ως χώρο παραγωγής ανταγωνιστικών αλλά συνδεδεμένων μορφών ανδρισμού: alphas, betas, incels, men’s rights activists και pick up artists. Ο Manoel Horta Ribeiro και συνεργάτες, μελετώντας εκατομμύρια αναρτήσεις, έχουν δείξει ότι οι κοινότητες αυτές δεν είναι απομονωμένες, αλλά ιστορικά και ιδεολογικά συνδεδεμένες.
Τα παραδείγματα είναι γνωστά. Το r/incels απαγορεύτηκε από το Reddit, αλλά η λογική του επιβίωσε σε αυτόνομα forums όπως το Incels.is. Το r/TheRedPill λειτούργησε ως χώρος διάχυσης μιας κοσμοθεωρίας όπου οι γυναίκες παρουσιάζονται ως χειριστικές, υπεργαμικές και βιολογικά προγραμματισμένες να επιλέγουν μόνο κυρίαρχους άντρες.
Οι MGTOW κοινότητες, από το Men Going Their Own Way, πρότειναν την υποτιθέμενη απομάκρυνση των ανδρών από τις γυναίκες, αλλά συχνά αυτή οργανωνόταν γύρω από μια διαρκή εμμονή με αυτές. Η γλώσσα διαφέρει, ο πυρήνας όμως είναι συγγενής: η ανδρική ματαίωση μετατρέπεται σε θεωρία κοινωνικής αδικίας.
Η ριζοσπαστικοποίηση δεν συμβαίνει πάντα θεαματικά. Συχνά αρχίζει με χιούμορ, memes, στατιστικά αποκομμένα από πλαίσιο και ιστορίες ταπείνωσης που ζητούν επιβεβαίωση. Ενας άνδρας μπαίνει σε έναν χώρο για να πει ότι νιώθει ανεπαρκής και συναντά άλλους που του λένε ότι η ανεπάρκεια δεν είναι δική του, αλλά επιβεβλημένη. Η κοινότητα προσφέρει κάτι πολύτιμο: αίσθηση του ανήκειν. Αλλά το ανήκειν οργανώνεται γύρω από την εχθρότητα. Η φράση «σε καταλαβαίνουμε» συνοδεύεται από τη φράση «και τώρα μάθε ποιους πρέπει να μισείς».
Αυτή είναι η στιγμή όπου η ανδρική απόρριψη γίνεται πολιτική ταυτότητα. Ο Ιncel, στην πιο ιδεολογικοποιημένη του μορφή, δεν λέει απλώς «δεν κάνω σεξ». Λέει ότι η έλλειψη σεξ αποκαλύπτει την αδικία του κόσμου. Το πρόβλημά του δεν είναι μόνο η απουσία οικειότητας, αλλά η κατάρρευση μιας φαντασιακής ιεραρχίας όπου η ανδρική επιθυμία είχε προτεραιότητα. Γι’ αυτό και η λέξη «δικαίωμα» αιωρείται, ακόμη και όταν δεν προφέρεται. Κανείς δεν μπορεί να έχει δικαίωμα στην επιθυμία ενός άλλου ανθρώπου. Οταν η επιβεβαίωση δεν παρέχεται, η γυναικεία άρνηση ερμηνεύεται ως προσβολή, όχι ως ελευθερία.
Η πολιτική αφήγηση απώλειας
Εδώ η πολιτική επιστήμη έχει πολλά να προσφέρει. Η incel και manosphere κουλτούρα δεν αφορά μόνο τη σεξουαλικότητα. Αφορά το status, το κοινωνικό κύρος, την ιεραρχία, την απώλεια και την αντίδραση απέναντι στην ισότητα.
Ο Michael Kimmel έχει περιγράψει αυτή τη δομή συναισθήματος ως aggrieved entitlement, δηλαδή πληγωμένη ή μνησίκακη αίσθηση δικαιώματος: την πεποίθηση ότι κάτι αυτονόητο, όπως εργασία, κύρος, οικογένεια, σεξουαλική πρόσβαση ή κοινωνική πρωτοκαθεδρία, αφαιρέθηκε άδικα. Η ανδρική οργή δεν είναι απλώς ατομική ψυχολογία. Είναι πολιτική αφήγηση απώλειας.
Πρόκειται για μορφή αντιδραστικής πολιτικής, αυτό που στη βιβλιογραφία περιγράφεται συχνά ως authoritarian backlash, δηλαδή αυταρχική παλινδρόμηση, όπου η διεύρυνση της ισότητας βιώνεται ως απώλεια τάξης, κύρους και ελέγχου.
Η φυλή έχει εδώ σημασία, όχι επειδή όλοι οι Ιncels είναι λευκοί ούτε επειδή ο μισογυνισμός είναι αποκλειστικά λευκό φαινόμενο. Εχει σημασία επειδή, σε πολλά δυτικά συμφραζόμενα, η φιγούρα του θυμωμένου λευκού άνδρα συνδέεται με μια ευρύτερη εμπειρία απώλειας σχετικής κυριαρχίας. Οταν οι γυναίκες αποκτούν μεγαλύτερη αυτονομία και οι παλιές ιεραρχίες αμφισβητούνται, η κοινωνική αλλαγή μπορεί να βιωθεί ως προσωπική κλοπή.
Αν και μεγάλο μέρος του λεξιλογίου, incel, red pill, alpha, beta, high value man, προέρχεται από αγγλόφωνα ψηφιακά περιβάλλοντα, η κυκλοφορία του δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην Ευρώπη και στην Ελλάδα μεταφράζεται μέσα σε διαφορετικά συμφραζόμενα: οικονομική επισφάλεια, κρίση κατοικίας, παρατεταμένη εξάρτηση από την οικογένεια, συντηρητικές αντιλήψεις για το φύλο, αλλά και μια δημόσια σφαίρα όπου ο αντιφεμινισμός παρουσιάζεται συχνά ως κοινή λογική.
Αυτές οι συνθήκες δεν παράγουν από μόνες τους μισογυνία. Μπορούν όμως να γίνουν το υλικό πάνω στο οποίο αντιφεμινιστικές αφηγήσεις χτίζουν μια αίσθηση ταπείνωσης και απώλειας.
Αξίζει, ωστόσο, να επιμείνουμε σε μια κρίσιμη διάκριση. Δεν είναι κάθε άνδρας που δυσκολεύεται ερωτικά Ιncel. Δεν είναι κάθε χρήστης εφαρμογών γνωριμιών που νιώθει ματαίωση μισογύνης. Δεν είναι κάθε ανασφάλεια επικίνδυνη.
Οι περισσότεροι άνδρες που βιώνουν απόρριψη δεν γίνονται βίαιοι. Αυτό ακριβώς κάνει το ζήτημα πολιτικά πιο σύνθετο: δεν αναζητούμε μια γραμμική αιτιότητα ανάμεσα στη μοναξιά και τη βία, αλλά τις συνθήκες υπό τις οποίες η ματαίωση αποκτά εχθρό, κοινότητα, θεωρία και ηθική νομιμοποίηση.
Η βία ως πιθανή λογική
Η ανδρική μοναξιά είναι πραγματικό κοινωνικό πρόβλημα. Η γυναικεία αυτονομία δεν είναι η αιτία του. Αντίθετα, οι άνδρες χρειάζονται περισσότερες μορφές συναισθηματικής ζωής, όχι λιγότερη γυναικεία ελευθερία. Χρειάζονται φιλίες όπου μπορούν να μιλήσουν για ντροπή, απόρριψη και φόβο χωρίς να μετατρέπουν την ευαλωτότητα σε επιθετικότητα.
Χρειάζονται σεξουαλική αγωγή που να διδάσκει όχι τεχνικές πειθούς, αλλά συναίνεση, αμοιβαιότητα και διαχείριση της ματαίωσης. Χρειάζονται δημόσιο λόγο που να τους απελευθερώνει από την ιδέα ότι η αξία τους μετριέται από το πόσες γυναίκες τούς επιθυμούν.
Αντί για αυτό, το οικοσύστημα της ανδρικής απόρριψης τούς προσφέρει κάτι πιο εύκολο: εχθρούς. Ο αλγόριθμος ανταμείβει τον θυμό, γιατί κρατά τον χρήστη παρόντα. Ο influencer ανταμείβει τη μνησικακία, γιατί δημιουργεί πιστό κοινό. Η πλατφόρμα ανταμείβει την αναβολή, γιατί συντηρεί τη χρήση.
Η κοινότητα επί πληρωμή ανταμείβει την αποτυχία, γιατί κάθε αποτυχία παράγει νέα ανάγκη καθοδήγησης. Ετσι ο άνδρας που δεν βρίσκει οικειότητα οδηγείται σε χώρους που τον κάνουν λιγότερο ικανό για οικειότητα. Μαθαίνει να βλέπει τις γυναίκες ως αντίπαλες, τους άλλους άνδρες ως ανταγωνιστές, τον εαυτό του ως ελαττωματικό προϊόν και την κοινωνία ως συνωμοσία.
Η βία δεν είναι αναπόφευκτη έκβαση αυτού του κύκλου, αλλά είναι μία από τις πιθανές του λογικές. Οταν ο άλλος παύει να είναι πρόσωπο και γίνεται κατηγορία, όταν η απόρριψη παύει να είναι επώδυνη αλλά θεμιτή άσκηση ελευθερίας και γίνεται απόδειξη καταπίεσης, όταν το σεξ παρουσιάζεται ως αγαθό που κάποιοι δικαιούνται και κάποιοι παρακρατούν, τότε η συναίνεση υπονομεύεται σε επίπεδο φαντασιακό πριν υπονομευθεί σε επίπεδο πράξης.
Οι κοινότητες που κωδικοποιούν την παρενόχληση, την πίεση ή τη σεξουαλική βία είναι η ακραία μορφή μιας ευρύτερης κουλτούρας που αντιμετωπίζει τη γυναικεία άρνηση ως πρόβλημα προς υπέρβαση.
Η ορατότητα της οικειότητας
Το ζήτημα, επομένως, δεν απαντάται μόνο με καλύτερο moderation, δηλαδή καλύτερη εποπτεία περιεχομένου, αν και αυτή είναι απαραίτητη. Δεν απαντάται μόνο με περισσότερα safety features στις εφαρμογές γνωριμιών, αν και είναι αναγκαία. Δεν απαντάται μόνο με ατομική θεραπεία, αν και πολλοί άνδρες χρειάζονται φροντίδα. Το πρόβλημα είναι δομικό: βρίσκεται στη συνάντηση πατριαρχίας, πλατφορμικού καπιταλισμού και κρίσης της οικειότητας.
Οι πλατφόρμες μετατρέπουν την επιθυμία σε δεδομένα. Η αγορά τη ματαίωση σε προϊόν. Η πατριαρχία την απόρριψη σε ταπείνωση. Και η αντιδραστική πολιτική προσφέρει μια ενιαία γλώσσα: οι γυναίκες, οι φεμινίστριες, οι μετανάστες, τα queer υποκείμενα, οι «woke», φταίνε για την απώλεια ενός κόσμου που υποτίθεται ότι κάποτε λειτουργούσε.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο τι επιτρέπουν οι πλατφόρμες να ειπωθεί, αλλά τι κάνουν ορατό, τι ανταμείβουν, τι προτείνουν ως επόμενο βίντεο, ποια συναισθήματα μετατρέπουν σε κυκλοφορία. Η δημοκρατία της οικειότητας αρχίζει από μια απλή αλλά ριζική παραδοχή: κανένα σώμα, καμία επιθυμία και καμία φροντίδα δεν ανήκει εκ των προτέρων σε κανέναν. Εκεί η πολιτική της ισότητας συναντά την πολιτική της συναίνεσης.
Η αγορά της ανδρικής απόρριψης ευδοκιμεί επειδή δίνει απλές απαντήσεις σε ένα σύνθετο πρόβλημα. Λέει στους άντρες ότι ο πόνος τους έχει ένοχο, η ντροπή τους θεωρία, η αποτυχία τους στρατηγική λύση, η οργή τους κοινότητα. Δεν εκμεταλλεύεται μόνο το μίσος.
Εκμεταλλεύεται την ανάγκη για νόημα. Γι’ αυτό η κριτική της δεν μπορεί να περιοριστεί στην καταγγελία των ακραίων μορφών της. Πρέπει να στραφεί και στις καθημερινές υποδομές που την τροφοδοτούν: στις εφαρμογές που εμπορεύονται την ελπίδα, στους δημιουργούς περιεχομένου που εμπορεύονται την ταπείνωση, στους αλγορίθμους που εμπορεύονται τον θυμό, στις κοινωνίες που μαθαίνουν στους άντρες ότι το να αγαπηθούν είναι λιγότερο σημαντικό από το να νικήσουν.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί κάποιοι άνδρες δεν κάνουν σεξ. Είναι γιατί πλατφόρμες και επιχειρήσεις τους πουλούν μια απάντηση που δυσκολεύει την οικειότητα. Και είναι γιατί εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε τη γυναικεία άρνηση ως κοινωνικό πρόβλημα, ενώ θα έπρεπε να τη θεωρούμε αυτονόητη έκφραση ελευθερίας. Σε μια δημοκρατική κουλτούρα της επιθυμίας, το «όχι» δεν είναι αποτυχία της αγοράς. Είναι το όριο χωρίς το οποίο καμία σχέση δεν μπορεί να είναι σχέση.
Πηγή: tanea.gr

