Κλείνει οριστικά το διαβόητο Hospital-Colônia της Μπαρμπασένα, όπου χιλιάδες άνθρωποι φυλακίστηκαν και πέθαναν χωρίς να είναι ψυχικά ασθενείς, έπειτα από έναν αιώνα φρίκης
Μια από τις πιο σκοτεινές και τραυματικές σελίδες της σύγχρονης ιστορίας της Βραζιλίας έκλεισε οριστικά αυτές τις ημέρες στην πόλη Μπαρμπασένα της πολιτείας Μίνας Ζεράις. Το διαβόητο Hospital-Colônia, το ψυχιατρικό ίδρυμα που για δεκαετίες μετατράπηκε σε τόπο μαζικού εγκλεισμού, βασανιστηρίων και θανάτου δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, έκλεισε οριστικά τις πύλες του με τη μεταφορά των τελευταίων 14 επιζώντων σε νέες θεραπευτικές κατοικίες.
Το λουκέτο στην κεντρική είσοδο του ιδρύματος είχε βαθύ συμβολισμό. Δεν σήμανε απλώς το τέλος ενός νοσοκομείου. Σήμανε το τέλος ενός συστήματος απανθρωπιάς που επί δεκαετίες λειτουργούσε στο όνομα της ψυχιατρικής και της «κοινωνικής τάξης».
Το Hospital-Colônia ιδρύθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, όμως πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε έναν τεράστιο χώρο απομόνωσης ανθρώπων που η κοινωνία θεωρούσε «ανεπιθύμητους». Χιλιάδες άνδρες και γυναίκες οδηγήθηκαν εκεί όχι επειδή έπασχαν από ψυχικές ασθένειες, αλλά επειδή δεν χωρούσαν στα κοινωνικά πρότυπα της εποχής. Ανάμεσά τους βρίσκονταν αλκοολικοί, ομοφυλόφιλοι, επιληπτικοί, άστεγοι, πόρνες, ανύπαντρες μητέρες, φτωχοί, ακόμη και νεαρές κοπέλες που χαρακτηρίζονταν «ανυπάκουες» ή «προβληματικές».
Σύμφωνα με ιστορικές έρευνες, έως και το 70% όσων κλείστηκαν στο ίδρυμα δεν έπασχαν από καμία ψυχική νόσο. Απλώς η κοινωνία, οι οικογένειες ή οι αρχές ήθελαν να τους εξαφανίσουν από τη δημόσια ζωή. Η Μπαρμπασένα απέκτησε μάλιστα ειδική σιδηροδρομική γραμμή που οδηγούσε κατευθείαν στο ψυχιατρείο, σε μια εικόνα που πολλοί ιστορικοί παρομοίασαν αργότερα με στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Οι συνθήκες διαβίωσης στο ίδρυμα υπήρξαν φρικιαστικές. Για δεκαετίες δεν υπήρχαν επαρκείς γιατροί ή νοσηλευτές, αλλά κυρίως φύλακες που επέβλεπαν χιλιάδες ανθρώπους στοιβαγμένους σε θαλάμους και αυλές, πολλές φορές γυμνούς, πεινασμένους και εκτεθειμένους στο κρύο.
Οι θεραπείες που εφαρμόζονταν προκαλούν ακόμη σοκ. Η λοβοτομή, τα ηλεκτροσόκ και οι βίαιοι περιορισμοί χρησιμοποιήθηκαν εκτεταμένα, ενώ η φαρμακευτική αγωγή περιοριζόταν πολλές φορές σε «μπλε ή ροζ χάπια» χωρίς ουσιαστική ιατρική αξιολόγηση. Οι τρόφιμοι τρέφονταν με αλλοιωμένες τροφές, πολλοί έχασαν τα δόντια τους και δεν είχαν ούτε πρόσβαση σε πόσιμο νερό.
Οι νεκροί ήταν τόσοι πολλοί ώστε το ίδρυμα απέκτησε δικό του νεκροταφείο. Ωστόσο ούτε αυτό επαρκούσε. Περίπου 2.000 πτώματα πωλήθηκαν σε πανεπιστήμια για ιατρικές σπουδές, γεγονός για το οποίο πανεπιστημιακά ιδρύματα της Βραζιλίας ζήτησαν δημόσια συγγνώμη μόλις τα τελευταία χρόνια.
Η διεθνής κατακραυγή ξεκίνησε ουσιαστικά το 1979, όταν ο Ιταλός ψυχίατρος Φράνκο Μπαζάλια επισκέφθηκε το ίδρυμα και δήλωσε συγκλονισμένος: «Σήμερα βρέθηκα σε ένα ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης». Η φράση του προκάλεσε σοκ και λειτούργησε ως καταλύτης για τη μεταρρύθμιση της ψυχιατρικής περίθαλψης στη Βραζιλία.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε αργότερα το βιβλίο «Βραζιλιάνικο Ολοκαύτωμα» της δημοσιογράφου Ντανιέλα Άρμπεξ, το οποίο κατέγραψε μαρτυρίες επιζώντων, εργαζομένων και συγγενών θυμάτων.
Οι τελευταίοι 14 επιζώντες που μεταφέρθηκαν αυτές τις ημέρες σε νέες θεραπευτικές κατοικίες κουβαλούν ακόμη βαθιά τραύματα από δεκαετίες εγκλεισμού.
Η Βραζιλία επιχειρεί πλέον να μετατρέψει το Hospital-Colônia σε τόπο μνήμης και ιστορικής συνείδησης.
Το κλείσιμο του ιδρύματος δεν σβήνει φυσικά τις ευθύνες ούτε τις ζωές που χάθηκαν. Όμως για πολλούς Βραζιλιάνους αποτελεί μια καθυστερημένη πράξη ιστορικής αποκατάστασης απέναντι σε χιλιάδες ανθρώπους που δεν ήταν «τρελοί», αλλά απλώς διαφορετικοί, φτωχοί ή κοινωνικά ανεπιθύμητοι σε μια άλλη εποχή.
Πηγή: in.gr

