Πολύ πριν από την είσοδό της στην τότε ΕΟΚ το 1973 ή την ιστορική της έξοδο από την ΕΕ με το ιστορικό δημοψήφισμα για το Brexit, το οποίο διεξήχθη σαν σήμερα πριν από δέκα χρόνια, η Βρετανία είχε γνωρίσει περιόδους πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής, με αλλαγές πρωθυπουργών χωρίς προσφυγή στις κάλπες.
Μέχρι το 2016, έξι από τους 13 μεταπολεμικούς πρωθυπουργούς είχαν αντικατασταθεί εν μέσω άσκησης της διακυβέρνησης στη χώρα.
Επισήμως τρεις παραιτήθηκαν για λόγους υγείας (Ουίνστον Τσόρτσιλ, Άντονι Ήντεν, Χάρολντ Μακμίλαν), ένας οικειοθελώς (Χάρολντ Ουίλσον) και δύο έπειτα από εσωκομματική ανταρσία (Μάργκαρετ Θάτσερ, Τόνι Μπλερ).
Όμως, μέσα στην τελευταία δεκαετία, η αλλαγή προσώπων στον πρωθυπουργικό θώκο στο Νο.10 της Ντάουνινγκ Στριτ θυμίζει πια μουσικές καρέκλες.
Μέσα στην οικονομική και πολιτική παραζάλη ενός κακοσχεδιασμένου Brexit, η Βρετανία αλλάζει πρωθυπουργούς σαν τα πουκάμισα, ενόσω το πολιτικό σκηνικό κατακερματίζεται και το εκλογικό σώμα δείχνει όλο και πιο μπερδεμένο.
Έπειτα από πολύμηνο εσωκομματικό αντάρτικο, ο Σερ Κιρ Στάρμερ ανακοίνωσε χθες την παραίτησή του.
Έγινε έτσι ο έκτος επί Brexit πρωθυπουργός που περνά την πόρτα της εξόδου -αν και ο πρώτος από την πλευρά των κεντροαριστερών Εργατικών, μετά τη σαρωτική νίκη τους στις εκλογές προ διετίας.
Υπ’ ατμόν, θα παραμείνει στη θέση του μέχρι την οσονούπω εσωκομματική επιλογή του διαδόχου του στην πρωθυπουργία και στην ηγεσία των Εργατικών.
Το όνομα είναι ήδη γνωστό: τα «ηνία» θα αναλάβει -εκτός συγκλονιστικού απροόπτου- ο «κόκκινος» Άντι Μπέρναμ.
Από χθες επισήμως βουλευτής, προορίζεται να αναλάβει το «τιμόνι» σε μια κατάσταση σχεδόν έκτακτης ανάγκης για το κόμμα και τη χώρα.
Μέλος της αριστερής πτέρυγας των Εργατικών, κομίζει οράματα για ριζικές φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις.
Θα πρέπει να τις υλοποιήσει μέχρι τις επόμενες γενικές εκλογές (έως το 2029).
Διαφορετικά, ο επόμενος στη Ντάουνινγκ Στριτ ίσως να είναι ο ακροδεξιός λαϊκιστής, παλαιότερα γνωστός ως «Mr Brexit», Νάτζελ Φάρατζ.
Νέος πρωθυπουργός σε μια πολυδιασπασμένη Βρετανία
Σε μια φάρσα της ιστορίας, ο Φάρατζ -πρώην μέλλον των Τόρις- έχει σχεδόν «καταπιεί» τους Συντηρητικούς, νυν αξιωματική αντιπολίτευση στη χώρα.
Πλέον απειλεί ευθέως τους Εργατικούς, που βυθίστηκαν σε μείζονα κρίση ταυτότητας υπό την ηγεσία του αντιδημοφιλούς Κιρ Στάρμερ.
Μοχλεύοντας την μετα-Brexit οικονομική επισφάλεια των Βρετανών, τη βαθιά απογοήτευσή τους από το πολιτικό κατεστημένο, την έλλειψη υπομονής και την αγωνία τους για άμεσες «εύκολες» λύσεις, το αντιμεταναστευτικό, αντιευρωπαϊκό κόμμα του, Reform UK, είναι εδώ και καιρό σταθερά πρώτο στην πρόθεση ψήφου.
Σάρωσε στις τοπικές εκλογές του Μαΐου στην Αγγλία και στις εθνικές εκλογές στη Σκωτία και στην Ουαλία.
Δεν κατάφερε ωστόσο να επικρατήσει στις κάλπες των αναπληρωματικών εκλογών της περασμένης Πέμπτης στο Μέικερφιλντ της βορειοδυτικής Αγγλίας, μέσα από τις οποίες ο Άντι Μπέρναμ έγινε -από δήμαρχος του Μείζονος Μάντσεστερ- βουλευτής.
Αυτή η εκλογική αναμέτρηση λειτούργησε σαν καλειδοσκόπιο των επόμενων προκλήσεων για τον Μπέρναμ στο πολυδιασπασμένο πολιτικό σκηνικό στη Βρετανία.
Στις γενικές εκλογές του 2019, πριν την ολοκλήρωση του Brexit, τα δύο παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, οι Τόρις και οι Εργατικοί, είχαν αποσπάσει το 76% της λαϊκής ψήφου.
Στις επόμενες, το 2024, το ποσοστό αυτό είχε μειωθεί στο 58%.
Έκτοτε, στις τοπικές εκλογές μειώθηκε περαιτέρω, με την άνοδο του Reform UK στα Δεξιά και των Πρασίνων στα Αριστερά.
Η νίκη του Μπέρναμ με ποσοστό 54,8% στην εκλογική περιφέρεια του Μέικερφιλντ -μια αποβιομηχανοποιημένη περιοχή της λευκής εργατικής τάξης- στηρίχθηκε στην τακτική ψήφο των Πρασίνων και των Φιλελεύθερων Δημοκρατών κατά του Reform UK. https://members.parliament.uk/constituency/4165/election/558
Σε αυτό το το παραδοσιακό προπύργιο των Εργατικών, το κόμμα του Φάρατζ έχει αποκτήσει πλέον τεράστια απήχηση, κερδίζοντας στις τοπικές εκλογές του Μαΐου διπλάσιες ψήφους από το κυβερνών κόμμα.
Αυτή τη φορά, ωστόσο, είχε ανταγωνισμό από το νέο, ακροδεξιό κόμμα Restore Britain του πολυεκατομμυριούχου Ρούπερτ Λόου, νέου «εκλεκτού» του εξ Αμερικής ορμώμενου Ίλον Μασκ.
Η Βρετανία σε επανακαθορισμό πορείας
Χώρα μέλος της G7 και του ΝΑΤΟ, πυρηνική δύναμη και μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, η μετα-Brexit Βρετανία πλέον δείχνει να γίνεται όλο και πιο δύσκολα κυβερνήσιμη, ενόσω αναζητά πυξίδα, εν μέσω πολιτικής και γεωπολιτικής αστάθειας.
Η αναμενόμενη για τις 17 ή 18 Ιουλίου πρωθυπουργοποίηση του Άντι Μπέρναμ αναμένεται να σηματοδοτήσει έναν επαναπροσδιορισμό κατεύθυνσης, ρίχνοντας μοιραία ειδικό βάρος στο εσωτερικό της χώρας, όπου το «κοινωνικό συμβόλαιο» κινδυνεύει να διαρραγεί.
Ζητούμενο πια δεν είναι μόνο να ξαναρίξει γέφυρες στους απογοητευμένους ψηφοφόρους του κόμματός του.
Εν μέσω οικονομικής στασιμότητας, θα πρέπει να δοθούν βιώσιμες λύσεις στα προβλήματα που απασχολούν τον μέσο ψηφοφόρο και τον στρέφουν προς τα άκρα: στο κόστος ζωής, στη στεγαστική κρίση, στην κατάσταση των υποχρηματοδοτούμενων δημόσιων υπηρεσιών, στο μεταναστευτικό.
Θα πρέπει επίσης να ισορροπήσει ανάμεσα σε εκείνους που το 2016 ψήφισαν υπέρ της παραμονής στην ΕΕ και εκείνων που υποστήριξαν το Brexit και αισθάνονται, αμφότερα, προδομένοι.
Τα περιθώρια είναι ήδη ασφυκτικά.
Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι το δημόσιο έλλειμμα του Μαΐου σκαρφάλωσε στα 23,3 δισεκατομμύρια λίρες, κυρίως λόγω του τεράστιου κόστους εξυπηρέτησης του χρέους.
Στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, εν τω μεταξύ, στις 7-8 Ιουλίου, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αναμένεται να σύρει στη Βρετανία τα εξ αμάξης για τις χαμηλές αμυντικές δαπάνες της.
Παρών θα είναι προφανώς ο απερχόμενος πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, τον οποίο η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, επαίνεσε χθες δημόσια μέσω Χ.
«Η ασφάλεια της Ευρώπης και της Ουκρανίας», τόνισε, «είναι ισχυρότερη χάρη σε εσάς».
Κατά τα λοιπά, η προγραμματισμένη για τις 22 Ιουλίου σύνοδος κορυφής ΕΕ-Ηνωμένου Βασιλείου αναβλήθηκε, όπως ανακοίνωσε ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα, εκφράζοντας την ευχή ο διάδοχος του Στάρμερ «να συνεχίσει αυτή τη θετική πορεία για την επανεκκίνηση των σχέσεών μας με το Ηνωμένο Βασίλειο».
Δύσκολοι καιροί
Τελικά, «η δεκαετία του 2020 δεν ήταν μια καλή περίοδος για να λανσάρουμε το «Global Britain», αποφαίνεται η ανεξάρτητη δεξαμενή σκέψης Institute for Government (IfG), με έδρα το Λονδίνο και αποστολή την προώθηση αποτελεσματικότερης διακυβέρνησης στη Βρετανία μέσω έρευνας, ανάλυσης και προτάσεων.
«Το εξωτερικό πλαίσιο έχει αλλάξει εμφατικά από το 2016», εξηγεί.
«Τότε, ήταν ο πρόεδρος Ομπάμα [των ΗΠΑ] που προειδοποίησε το Ηνωμένο Βασίλειο ότι θα βρισκόταν “στο τέλος της ουράς” για μια εμπορική συμφωνία.
»Κάτι που τώρα φαντάζει σαν μια μικρή ταλαιπωρία, σε σύγκριση με τον πρόεδρο Τραμπ που ανατρέπει την παγκόσμια εμπορική τάξη με εργαλειοποιημένους δασμούς, έναν πόλεμο επιλογής στο Ιράν και μια χλιαρή δέσμευση για την ευρωπαϊκή άμυνα, με όλες τις οικονομικές και πολιτικές προκλήσεις που αυτό συνεπάγεται».
«Εν ολίγοις», καταλήγει, «είναι πολύ πιο δύσκολο να είσαι ένας μεσαίου μεγέθους, ευέλικτος παίκτης σε μια δεκαετία περιφερειακών, αυταρχικών ισχυρών παικτών, από ό,τι ήταν στο τέλος της παγκοσμιοποίησης το 2016».
Ο δρόμος είναι ακόμη κακοτράχαλος και μακρύς…
Πηγή: in.gr

