Σε μια περίοδο όπου το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) μπαίνει στην τελική του ευθεία, οι αποφάσεις της κυβέρνησης για την ανακατεύθυνση πόρων από χρηματοδοτικά εργαλεία μέσω των τραπεζών στην Ελληνική Αναπτυξιακή τράπεζα φαίνεται πως έχει δημιουργήσει προβλήματα και αφήνει εκτός Ταμείου Ανάκαμψης αρκετά επενδυτικά σχέδια.
Σύμφωνα με επιστολή που έχει στα χέρια του ο Οικονομικός Ταχυδρόμος, προς το Υπουργείο Οικονομικών αλλά και το Υπουργείο Τουρισμού, στελέχη του τουριστικού κλάδου έχουν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου πως η απόφαση αυτή «πετάει» εκτός ώριμα έργα.Πλήρως επιλέξιμα επενδυτικά σχέδια μένουν εκτός χρηματοδότησης λόγω της ανακατεύθυνσης πόρων ,με τραπεζικές πηγές να αναφέρουν χαρακτηριστικά στον ΟΤ πως τα επενδυτικά σχέδια που έχουν εγκριθεί είναι σχεδόν διπλάσια από τους διαθέσιμους πλέον πόρους που μπορούν να διατεθούν από το ΤΑΑ μέσω των τραπεζών.
Εφτασαν στην πηγή αλλά…
Όμως υπάρχει και μια ακόμη, λιγότερο ορατή αλλά εξίσου κρίσιμη διάσταση. Πολλές επιχειρήσεις δεν βρίσκονται απλώς στο στάδιο της πρόθεσης της επένδυσης. Έχουν ήδη επενδύσει σημαντικά ποσά για την προετοιμασία των φακέλων τους: μελέτες, τεχνικοί σύμβουλοι, ενεργειακές αξιολογήσεις, αλλά και το κόστος του ανεξάρτητου ελεγκτή που αποτελεί προϋπόθεση για την ένταξη.Με άλλα λόγια, έχουν ήδη «πληρώσει» για να συμμετάσχουν.Και αυτό είναι που καθιστά την κατάσταση ακόμη πιο σύνθετη.
Δεν πρόκειται για θεωρητικές απώλειες, αλλά για πραγματικό κόστος που έχει ήδη επιβαρύνει τις επιχειρήσεις, σε μια περίοδο αυξημένου λειτουργικού κόστους. Η προετοιμασία ενός επενδυτικού φακέλου στο πλαίσιο του RRF δεν είναι μια απλή διαδικασία αλλά απαιτεί χρόνο, ρευστότητα και εξειδίκευση.Βέβαια η μεγαλύτερη ζημιά για τις επιχειρήσεις είναι ότι πλέον υπάρχει κίνδυνος παρόλο το ώριμο επενδυτικό σχέδιο που μπορεί να έχουν να μείνουν τελικά εκτός χρηματοδότησης του ΤΑΑ.
Το παράδοξο είναι εμφανές.Το ίδιο το Ταμείο ενθάρρυνε τις επιχειρήσεις να κινηθούν γρήγορα, να ωριμάσουν έργα και να ευθυγραμμιστούν με τις προτεραιότητές του όπως η πράσινη μετάβαση, ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός, οι βιώσιμες επενδύσεις. Αποτέλεσμα , ένα μέρος αυτών των έργων μένει εκτός, όχι επειδή δεν πληρεί τα κριτήρια, αλλά επειδή δεν υπάρχουν πλέον διαθέσιμοι πόροι.
Ζήτημα αξιοπιστίας
Σε επίπεδο αριθμών, η εικόνα δείχνει ακόμη πιο αντιφατική. Το ελληνικό πρόγραμμα «Ελλάδα 2.0» ανέρχεται σε περίπου 35,95 δισ. ευρώ και έχει σχεδιαστεί να κινητοποιήσει πάνω από 60 δισ. ευρώ επενδύσεων έως το 2026. Την ίδια στιγμή, ο τουρισμός που συνεισφέρει άνω του 20% του ΑΕΠ ο οποίος βρίσκεται σε φάση έντονης επενδυτικής δραστηριότητας, με δισεκατομμύρια να κατευθύνονται σε αναβαθμίσεις και νέες υποδομές.
Η εξήγηση από την πλευρά της πολιτείας εστιάζει προφανώς στην ανάγκη επιτάχυνσης της απορρόφησης. Με αυστηρά ορόσημα και καταληκτική προθεσμία τον Αύγουστο του 2026, η ανακατεύθυνση πόρων προς εργαλεία που εμφανίζουν μεγαλύτερη ταχύτητα υλοποίησης θεωρείται μάλλον αναγκαία.
Ωστόσο, αυτή η επιλογή δημιουργεί μια κρίσιμη μετατόπιση από την επιλογή των καλύτερων επενδύσεων, στη διαχείριση των ταχύτερων. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα καθώς όταν μένουν εκτός έργα που έχουν ήδη αξιολογηθεί και για τα οποία οι επιχειρήσεις έχουν ήδη επενδύσει το μήνυμα που εκπέμπεται δεν αφορά μόνο το παρόν πρόγραμμα αλλά φορά τη συνολική αξιοπιστία του επενδυτικού πλαισίου που έχει η χώρα μας.
Πηγή: Οικονομικός Ταχυδρόμος

