Οικονομία

Σπ. Θεοδωρόπουλος: Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γίνει η μεγαλύτερη ευκαιρία ή το μεγαλύτερο πρόβλημα

Σπ. Θεοδωρόπουλος: Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γίνει η μεγαλύτερη ευκαιρία ή το μεγαλύτερο πρόβλημα

Του Χάρη Φλουδόπουλου

Το μεγάλο στοίχημα της παραγωγικότητας για την ελληνική οικονομία, αλλά και ο κίνδυνος να εξαντληθεί η αναπτυξιακή δυναμική των τελευταίων ετών, βρέθηκαν στο επίκεντρο της παρουσίασης της νέας μελέτης του ΙΟΒΕ και του ΣΕΒ με τίτλο "Παραγωγικότητα και Ανάπτυξη: Εμπόδια και Προοπτικές για την Ελλάδα", η οποία αποτυπώνει την πορεία της ελληνικής οικονομίας από το 2000 έως το 2024.

Ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη να αποκτήσει η συζήτηση για την παραγωγικότητα θετικό πρόσημο, υπογραμμίζοντας ότι για πολλά χρόνια η έννοια ήταν συνδεδεμένη με την πίεση για περισσότερη εργασία και χαμηλότερο κόστος. "Βάλαμε ως βασικό στόχο στον ΣΕΒ να αναδείξουμε την έννοια της παραγωγικότητας και να τη βάλουμε στο κέντρο της συζήτησης, γιατί είναι ο πιο κρίσιμος παράγοντας για την ευημερία της κοινωνίας", ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν και για τις προκλήσεις που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη και ο ψηφιακός μετασχηματισμός, σημειώνοντας ότι "η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει τη μεγαλύτερη ευκαιρία ή το μεγαλύτερο πρόβλημα, ανάλογα με το πόσο γρήγορα θα κινηθούμε".

Από την πλευρά του, ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας τόνισε ότι το ζήτημα της παραγωγικότητας δεν αφορά μόνο την Ελλάδα αλλά συνολικά την Ευρώπη, παραπέμποντας και στη γνωστή έκθεση Ντράγκι για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Όπως σημείωσε, το βασικό ερώτημα για την Ευρώπη είναι πώς θα καλύψει το χάσμα παραγωγικότητας απέναντι σε ανταγωνιστές όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα.

Η μελέτη καταγράφει ότι η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει ουσιαστικά στα επίπεδα του 2000. Πριν από την οικονομική κρίση υπήρχε σταδιακή σύγκλιση με τον μέσο όρο της Ευρώπης, ωστόσο την περίοδο της κρίσης δημιουργήθηκε ένα μεγάλο χάσμα που διατηρήθηκε σχεδόν για μία δεκαετία. Από το 2017 έως το 2024 παρατηρείται ανάκαμψη της οικονομίας, όμως αυτή δεν στηρίχθηκε σε βελτίωση της παραγωγικότητας αλλά κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης.

Όπως εξήγησε ο κ. Βέττας, το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια με ταχύτερους ρυθμούς από την ευρωζώνη επειδή περισσότεροι άνθρωποι εργάζονται και όχι επειδή η οικονομία παράγει περισσότερο ανά εργαζόμενο. Ωστόσο, με την ανεργία πλέον να έχει περιοριστεί σημαντικά, το μοντέλο αυτό δείχνει να εξαντλεί τα όριά του. "Για να συνεχίσουν να αυξάνονται τα εισοδήματα και το ΑΕΠ, πρέπει να αυξηθεί η παραγωγικότητα", ήταν το βασικό μήνυμα της παρουσίασης.

Η έρευνα αναδεικνύει μεγάλες διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιμέρους κλάδων της οικονομίας. Η υψηλότερη ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο καταγράφεται στη βιομηχανία με 62,9 χιλιάδες ευρώ και ακολουθούν η πληροφορική και οι επικοινωνίες με 57,9 χιλιάδες ευρώ, ενώ οι κατασκευές κινούνται πολύ χαμηλότερα στα 22,9 χιλιάδες ευρώ. Στο σύνολο της οικονομίας η μέση ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο διαμορφώνεται στις 39,6 χιλιάδες ευρώ.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι στη βιομηχανία ο εργαζόμενος παράγει το 159% του μέσου όρου της οικονομίας, ωστόσο ακόμη και εκεί η Ελλάδα υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου, φτάνοντας μόλις στο 68% της παραγωγικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Αντίστοιχα, στις μεταφορές και την αποθήκευση η Ελλάδα βρίσκεται στο 70% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο μόλις στο 42%.

Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές υπηρεσίες, όπου η παραγωγικότητα εμφανίζεται υψηλότερη από την ευρωπαϊκή κατά περίπου 29%.

Η μελέτη συνδέει άμεσα το χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας με τη δομή της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Οι μεγάλες επιχειρήσεις με περισσότερους από 250 εργαζόμενους αποτελούν μόλις το 0,1% του συνόλου των επιχειρήσεων στην Ελλάδα, έναντι 0,2% στην Ευρώπη. Παράλληλα, στην Ελλάδα οι μεγάλες επιχειρήσεις παράγουν το 41,7% της συνολικής προστιθέμενης αξίας, όταν στην Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 49%.

Ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα και στο πρόβλημα του χαμηλού αποθέματος κεφαλαίου ανά εργαζόμενο, σημειώνοντας ότι στην Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο ένα τρίτο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. "Είναι εξαιρετικά δύσκολο να πλησιάσουμε την ευρωπαϊκή παραγωγικότητα όταν το επενδεδυμένο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο είναι τόσο χαμηλό", υπογράμμισε.

Παράλληλα, έθεσε ως κρίσιμες προτεραιότητες την επιστροφή των περίπου 400 χιλιάδων εργαζομένων που έφυγαν στο εξωτερικό τα χρόνια της κρίσης, την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας και μια πιο οργανωμένη μεταναστευτική πολιτική, καθώς -όπως είπε- το δημογραφικό πρόβλημα γίνεται ολοένα πιο πιεστικό. "Έχουμε φτάσει να έχουμε τις μισές γεννήσεις από τους θανάτους", ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στη συζήτηση τέθηκε και το θέμα της ακρίβειας, με τον πρόεδρο του ΣΕΒ να ασκεί κριτική στις παρεμβάσεις για τον έλεγχο των περιθωρίων κέρδους στα σούπερ μάρκετ και στη βιομηχανία τροφίμων. Όπως ανέφερε, όταν ελέγχεται το μεικτό κέρδος ενώ ταυτόχρονα αυξάνονται σημαντικά οι μισθοί και το ενεργειακό κόστος, ουσιαστικά ζητείται από τις επιχειρήσεις να απορροφήσουν πλήρως τις αυξήσεις κόστους. "Όταν λέμε κράτα σταθερό το μεικτό κέρδος ενώ καλπάζουν τα έξοδα, τους λέμε να γυρίσουν σε ζημιές", σημείωσε, προσθέτοντας ότι τουλάχιστον στη βιομηχανία τροφίμων δεν έχουν υπάρξει σημαντικές ανατιμήσεις και ότι ο πληθωρισμός στα τρόφιμα κινείται πλέον κάτω από το 2%.

Παράλληλα παρατήρησε ότι οι καταναλωτές έχουν στραφεί μαζικά στις προσφορές και στις αγορές μέσω φυλλαδίων, στοιχείο που -όπως είπε- αποτυπώνει τη μεγάλη πίεση που συνεχίζουν να δέχονται τα νοικοκυριά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η συζήτηση για την πρόταση περί τετραήμερης εργασίας και μείωσης του εβδομαδιαίου χρόνου απασχόλησης. Ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος σχολίασε ότι ο ΣΕΒ είναι υπέρ οποιασδήποτε λύσης αυξάνει πραγματικά την παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο και όχι απλώς ανά ώρα εργασίας. "Αν υπάρχει μελέτη που δείχνει ότι με 32 ή 35 ώρες εργασίας αυξάνεται η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο, είμαστε μαζί του", ανέφερε χαρακτηριστικά, αναφερόμενος στην πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Νίκος Βέττας, ο οποίος σημείωσε ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις ενδεχομένως στο μέλλον να επιτρέψουν πιο ευέλικτα μοντέλα εργασίας, με άλλους να εργάζονται λιγότερο ή να συνταξιοδοτούνται νωρίτερα. Ωστόσο προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε τέτοια παρέμβαση πρέπει να εξετάζεται με προσοχή και να συνδέεται άμεσα με την αύξηση της παραγωγικότητας.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η βελτίωση της παραγωγικότητας απαιτεί συνδυασμό παρεμβάσεων από επιχειρήσεις και κράτος, με αιχμές τις επενδύσεις, την αναβάθμιση δεξιοτήτων, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την καινοτομία, αλλά και τη βελτίωση του θεσμικού πλαισίου και των υποδομών.

"Δεν έχει στόχο αυτή η συζήτηση να κάνουμε κριτική για το παρελθόν. Το θέμα είναι πώς θα κινηθούμε από εδώ και πέρα", κατέληξε ο πρόεδρος του ΣΕΒ, περιγράφοντας την παραγωγικότητα ως τη βασική προϋπόθεση ώστε η ελληνική οικονομία να μπορέσει να διατηρήσει βιώσιμη ανάπτυξη και υψηλότερα εισοδήματα τα επόμενα χρόνια.

Πηγή: capital.gr

ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ
Σε μία κίνηση έμπρακτης στήριξης, η 'Εθνική Ασφαλιστική' παρέδωσε στην Περιφέρεια Θεσσαλίας 12 οχήματα ·  που θα καλύψουν τις ανάγκες της Πολιτικής Προστασίας. Κατά την τελετή παράδοσης, ο Περιφερειάρχης Δημήτρης Κουρέτας τόνισε την σημασία της σύμπραξης με τον ιδιωτικό τομέα, για την ασφάλεια των πολιτών. Ενώ ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας, Δημήτρης Μαζαράκης, υπογράμμισε την δέσμευση για ενίσχυση της ανθεκτικότητας των τοπικών κοινωνιών. Ο νέος στόλος αναμένεται να βελτιώσει σημαντικά την ταχύτητα ανταπόκρισης, στα...
OPINION ZONE

γράφει
Παπαϊωάννου Στέργιος

THINK TANK

1. Εάν η Πολιτική Προστασία μιας ολόκληρης Περιφέρειας εξαρτάται από δωρεές ιδιωτικών εταιρειών, τότε ποιά είναι τελικά η ευθύνη και η παρουσία τού ίδιου τού κράτους;

2.Πώς μπορεί να παρουσιάζεται ως «θωράκιση» και «επιτυχία» η παραλαβή μόλις 12 οχημάτων, όταν η Θεσσαλία αντιμετωπίζει επαναλαμβανόμενες και τεράστιες φυσικές καταστροφές;

3. Μήπως οι τελετές, οι αγιασμοί και οι συμβολικές ανταλλαγές δώρων εξυπηρετούν περισσότερο την επικοινωνιακή εικόνα των φορέων, παρά τις πραγματικές ανάγκες πολιτικής προστασίας των πολιτών;