Η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε μια νέα φάση αυξημένης αβεβαιότητας, καθώς οι έως τώρα εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις της έντασης στη Μέση Ανατολή οδηγούν σε -επί τα χείρω- αναθεώρηση τόσο του ρυθμού ανάπτυξης όσο και του πληθωρισμού, κάτι που θα φανεί και στο Μεσοπρόθεσμο που η κυβέρνηση θα καταθέσει σήμερα 30 Απριλίου.
Η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας σε συνδυασμό με τις πληθωριστικές πιέσεις δημιουργεί ένα δυσμενέστερο περιβάλλον από αυτό που είχε αρχικά προβλεφθεί στον προϋπολογισμό, κάτι που εντείνει τις πιέσεις προς την κυβερνητική πλευρά σε μια προεκλογική χρονιά.
Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση τα είχε προϋπολογίσει αλλιώς, αλλά τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά λόγω των επιπτώσεων της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Όπως εξηγούν οι πιο έμπειροι αναλυτές, ακόμη κι αν σήμερα υπήρχε εκεχειρία, θα έπρεπε να περάσει αρκετό χρονικό διάστημα έως ότου επανέλθει μια στοιχειώδης κανονικότητα.
Ελληνική οικονομία: Χαμηλότερη ανάπτυξη, υψηλότερες τιμές
Σύμφωνα με τις νεότερες εκτιμήσεις, ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας για το τρέχον έτος αναμένεται να διαμορφωθεί κοντά στο 2%, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για 2,4%. Η υποχώρηση αυτή αποδίδεται κυρίως στις διεθνείς αναταράξεις, στις πιέσεις στις αγορές ενέργειας και στη γενικευμένη αβεβαιότητα που επιβαρύνει τις επενδυτικές αποφάσεις.
Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός φαίνεται να κινείται ανοδικά, προσεγγίζοντας το 3% από 2,6% που είχε καταγραφεί το 2025, ενώ το βασικό σενάριο αποκλιμάκωσης προς το 2,2% τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση.
Η γεωπολιτική αστάθεια και το σοκ στην ενέργεια
Καθοριστικό ρόλο στις αναθεωρήσεις διαδραματίζει η ενεργειακή αγορά, με την τιμή του πετρελαίου Brent να αναπροσαρμόζεται στα 89 δολάρια το βαρέλι για το 2026 (με αυτό το νούμερο το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχει αλλάξει τις προβλέψεις), από 62 δολάρια που προέβλεπε ο προηγούμενος προϋπολογισμός.
Η κατάσταση παραμένει ιδιαίτερα ευμετάβλητη, καθώς οι τιμές έχουν κατά διαστήματα επιστρέψει ακόμη και κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι, εντείνοντας τις πιέσεις στο κόστος παραγωγής και μεταφορών. Το αποτέλεσμα είναι ένα νέο πληθωριστικό κύμα που μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία. Πάντως, η Ελλάδα εμφανίζει υψηλότερο πληθωρισμό σε σχέση τόσο με τον μέσο όρο της ευρωζώνης όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τον τελευταίο 1,5 χρόνο, κάτι που προκαλεί επιπλέον προβληματισμό.
Η αναθεώρηση
Οι αλλαγές αυτές θα αποτυπωθούν επίσημα στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης προόδου που θα κατατεθεί στις 30 Απριλίου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού-Διαρθρωτικού Σχεδίου 2026–2029.
Η έκθεση θα ενσωματώνει τόσο τα απολογιστικά στοιχεία του 2025 όσο και τις αναθεωρημένες προβλέψεις για το 2026 και το 2027, σηματοδοτώντας ουσιαστικά μια νέα αφετηρία δημοσιονομικού σχεδιασμού μέσα σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Υπερπλεόνασμα και πολιτικός σχεδιασμός
Παρά τις πιέσεις στο μακροοικονομικό περιβάλλον, η υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα το 2025 δημιουργεί ένα πρόσθετο δημοσιονομικό «μαξιλάρι» της τάξης του 1 δισ. ευρώ για το 2027
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε στο 4,9% του ΑΕΠ, σημαντικά υψηλότερα από τον αρχικό στόχο του 3,7%. Η επίδοση αυτή ενισχύει προσωρινά τα περιθώρια δημοσιονομικής ευελιξίας, επιτρέποντας τον σχεδιασμό πρόσθετων παρεμβάσεων.
Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν αναιρεί τις αβεβαιότητες που δημιουργεί το διεθνές περιβάλλον, ούτε εξαλείφει τους κινδύνους από μια πιθανή περαιτέρω επιδείνωση των εξωτερικών συνθηκών.
Υπολογίζεται ότι μπορεί να δημιουργηθεί πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος ύψους 500 εκατ. έως 1 δισ. ευρώ, ο οποίος θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για φοροελαφρύνσεις και εισοδηματικές ενισχύσεις.
Ωστόσο, η επιδείνωση των διεθνών συνθηκών και η αβεβαιότητα γύρω από την εξέλιξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή περιορίζουν τον βαθμό βεβαιότητας αυτών των σχεδιασμών, καθιστώντας κάθε πρόβλεψη εύθραυστη.
Διαρκείς αναταράξεις
Η συνολική εικόνα δείχνει μια οικονομία που καλείται να προσαρμοστεί εκ νέου σε ένα περιβάλλον αυξημένων εξωτερικών κινδύνων. Οι αναθεωρήσεις των προβλέψεων δεν αποτελούν απλώς τεχνικές διορθώσεις, αλλά αποτυπώνουν μια βαθύτερη αβεβαιότητα για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας και τις δυνατότητες της εγχώριας πολιτικής να αντισταθμίσει τις πιέσεις αναφορικά με την πορεία της ελληνικής οικονομίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει στις αυξανόμενες κοινωνικές απαιτήσεις, σε μια περίοδο όπου οι εξωτερικοί παράγοντες φαίνεται να καθορίζουν όλο και περισσότερο την οικονομική ατζέντα, ενώ η Ελλάδα μαστίζεται για 5 συνεχόμενα χρόνια από την ακρίβεια.
Πηγή: Οικονομικός Ταχυδρόμος

