Πολιτική

Χάρης Τζήμητρας στο in: Η Τουρκία συνεχίζει τις παραβατικές ενέργειες και επιβραβεύεται από τους συμμάχους

Χάρης Τζήμητρας στο in: Η Τουρκία συνεχίζει τις παραβατικές ενέργειες και επιβραβεύεται από τους συμμάχους

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Κομβική για το μέλλον της Συμμαχίας χαρακτηρίζει τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα ο Χάρης Τζήμητρας Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Τομεάρχης Εξωτερικής Πολιτικής της ΕΛΑΣ.

Μιλώντας στο in ο Χάρης Τζήμητρας, τονίζει μεταξύ άλλων ότι «η Τουρκία βγαίνει ενισχυμένη από τους πολέμους σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, την αμυντική της βιομηχανία και τις σχέσεις Τραμπ-Ερντογάν. Στο πλαίσιο αυτό αναμένεται να διαδραματίσει αναβαθμισμένο ρόλο στην αμυντική διάταξη της Συμμαχίας».

Σχολιάζοντας τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών σχετικά με τα F35 μιλά για «ξεκάθαρη» δήλωση πρόθεσης από τον Ντόναλντ Τραμπ, να τα πουλήσει στην Τουρκία και μάλιστα «ασχέτως με το τι θα αποφασίσει το Κογκρέσο». Όπως υπογραμμίζει τόσο τα F-35 όσο και «η πώληση των κινητήρων για τα KAAN, όπως και η πώληση γαλλικών αντιαεροπορικών, η νέα συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο και τα δύο υπό ίδρυση νατοϊκά στρατηγεία σε Κωνσταντινούπολη και Άδανα συνιστούν ξεκάθαρα μια εθνική ήττα».

Σύμφωνα μάλιστα με τον Τζήμητρα η κυβέρνηση δεν έχει προωθήσει μια στρατηγική με αρχή μέση και τέλος στα ελληνοτουρκικά.

Όσον αφορά τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις ο Τζήμητρας υπογραμμίζει ότι για να είναι ισχυρές, «θα πρέπει να στηρίζονται στο αμοιβαίο όφελος μεταξύ δύο συμμάχων, όπως έγινε στο παρελθόν, ιδιαίτερα το 2015-2019. Δεν πρέπει να υπάρχει αυτή η πολιτική της λευκής επιταγής που και δεν μας στηρίζει απέναντι στην Τουρκία και μας βάζει σε κινδύνους».

Ολόκληρη η συνέντευξη του Χάρη Τζήμητρα στο in:

Ποια η σχέση της Ελλάδας με τις ΗΠΑ; Είναι σύμμαχος ή υποτελής;

Για να είναι ισχυρές, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις θα πρέπει να στηρίζονται στο αμοιβαίο όφελος μεταξύ δύο συμμάχων, όπως έγινε στο παρελθόν, ιδιαίτερα το 2015-2019. Δεν πρέπει να υπάρχει αυτή η πολιτική της λευκής επιταγής που και δεν μας στηρίζει απέναντι στην Τουρκία και μας βάζει σε κινδύνους. Κριτήριο και στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, θα πρέπει να είναι η οικοδόμηση αμοιβαία επωφελών σχέσεων μεταξύ συμμάχων και όχι σχέσεων υποτέλειας ενός κράτους-πελάτη. Ωστόσο, η οικοδόμηση σχέσεων αμοιβαίου οφέλους επιβάλουν να έχουμε το σθένος να πούμε και όχι στις ΗΠΑ όταν οι ενέργειές της κινούνται εις βάρος των εθνικών και ευρωπαϊκών μας συμφερόντων.

Τόσο οι αρχές μας όσο και τα εθνικά μας συμφέροντα επιτάσσουν η χώρα μας να αποτελεί τον κύριο ευρωπαϊκό πυλώνα ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή που να οικοδομεί συμμαχίες και όχι τον δεδομένο σύμμαχο που άγεται και φέρεται για την εύνοια (και τα συμβόλαια) των προστατών του. Για παράδειγμα, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις την περίοδο 2017-2019 χτίστηκαν στη βάση αμοιβαίου οφέλους. Έτσι εξασφαλίστηκε ο Στρατηγικός Διάλογος ΗΠΑ-Ελλάδας το 2018 (κάτι που οι ΗΠΑ έχουν με ελάχιστες χώρες), το σχήμα 3+1 (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ + ΗΠΑ), η αμερικανική στήριξη στον αγωγό Eastmed, η άρση εμπάργκο όπλων στην Κύπρο, το FSRU στην Αλεξ/πολη και η πρόοδος στον αγωγό IGB – που αποτέλεσε τη βάση για τον σημερινό Κάθετο Διάδρομο που διατυμπανίζεται – αλλά και αμερικανικές επενδύσεις στα ναυπηγεία της Σύρου, μεταξύ άλλων.

Μετά το 2019 όμως, ενώ παραχωρήσαμε επ’ αόριστο  διεκολύνσεις στις ΗΠΑ, σε έξι στρατιωτικές εγκαταστάσεις και το λιμάνι της Αλεξ/πολης, δεν καταφέραμε να εξασφαλίσουμε ουσιαστική αμερικανική βοήθεια σε τίποτε: Χωρίς να υπάρξουν αποτρεπτικές παρεμβάσεις από τις ΗΠΑ, η Τουρκία υπέγραψε παράνομο μνημόνιο για τις θαλάσσιες ζώνες με τη Λιβύη, το ερευνητικό Oruc Reis μαζί με τουρκικά πολεμικά όργωσαν την ελληνική υφαλοκρηπίδα, ο East Med ακυρώθηκε, η Τουρκία πήρε F-16 με όρους που κι αν υπάρχουν δεν εφαρμόζονται και δεν είχαμε αμερικανική παρέμβαση για το θέμα του ηλεκτρικού καλωδίου Ελλάδας-Κύπρου.

Σήμερα λοιπόν όπου η αμερικανική ηγεσία είναι πιο απρόβλεπτη από ποτέ, οφείλουμε να θέσουμε ξεκάθαρα όρια και κόκκινες γραμμές στην αμυντική μας συνεργασία με τις ΗΠΑ. H Eλλάδα θα πρέπει να καταστήσει σαφές ότι δε επιτρέπεται η χρήση ελληνικού εδάφους για ενέργειες που θέτουν τη χώρα σε κίνδυνο.

Πήρε η Ελλάδα αυτά που περίμενε από τη στάση της στο Ουκρανικό;

Η Ελλάδα σωστά στηρίζει τον ουκρανικό λαό, που αμύνεται απέναντι στην εισβολή της Ρωσίας. Πρέπει να στηρίζουμε κάθε προσπάθεια για ειρήνη και η Ευρώπη πρέπει, σε συνεργασία με την Ουκρανία, να πρωτοστατήσει σε αυτήν την κατεύθυνση. Η ειρήνη πρέπει να συνδυαστεί με μια ευρωπαϊκή προοπτική για την Ουκρανία, αλλά πρέπει να γίνει σαφές ότι η χώρα δεν θα μπει στο ΝΑΤΟ. Όπως αποδεικνύεται και από το απαράδεκτο περιστατικό με το ουκρανικό drone το οποίο εισήλθε στα ελληνικά χωρικά ύδατα, ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ανάγκη να τελειώσει με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο, αλλιώς κινδυνεύουμε να έχουμε διάχυση της πολεμικής απειλής και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Αν και η Ελλάδα ορθώς στήριξε την Ουκρανία απέναντι στην εισβολή, ήταν νομίζω λάθος και επικίνδυνο να μπαίνει στην πρώτη γραμμή και να αποτελεί αιχμή του δόρατος. Ήταν  λανθασμένη η θέση της κυβέρνησης ότι η Ελλάδα αν πρωτοστατούσε στην στήριξη της Ουκρανίας αυτό θα ωφελούσε τις θέσεις της στα ελληνοτουρκικά. Αντιθέτως αντί να αναφέρεται ο Ουκρανός Πρόεδρος στην Κύπρο και την τουρκική κατοχή, διαφημίζει σε κάθε ευκαιρία την αξία της Τουρκίας. Η Ελλάδα σήμερα θα έπρεπε να κινητοποιεί την ΕΕ (και μέσω της Συνόδου Μεσογειακών Χωρών) να αναλάβει ειρηνευτικό ρόλο στην Ουκρανία. Και θα πρέπει να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας με τη Ρωσία, όπως έχουν ήδη κάνει άλλες χώρες, π.χ. η Γαλλία.

Πώς βλέπετε την πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και δη στον πόλεμο με το Ιράν και τι κίνδυνοι αναδύονται;

Οι παράνομες, από πλευράς διεθνούς δικαίου, πολεμικές επιχειρήσεις σε βάρος του Ιράν και του Λιβάνου είναι ξεκάθαρα καταδικαστέες. Θα μπορούσαν ασφαλώς να είχαν αποφευχθεί διότι, όπως είναι γνωστό, υπήρχε διπλωματικός δρόμος για τον έλεγχο των πυρηνικών του Ιράν. Υπήρχε συμφωνία το 2016 την οποία και τορπίλισε η κυβέρνηση Τραμπ. Φυσικά δε μιλώ για στήριξη του τυραννικού καθεστώτος των Φρουρών της Επανάστασης, αλλά αναφορικά με τον ιρανικό λαό, που πρέπει να χαράξει ελεύθερα το μέλλον του. Η δημοκρατία, όπως ξέρουμε από πάμπολα παραδείγματα του παρελθόντος, δεν έρχεται με ξένες επεμβάσεις.

Όμως δεν είναι η δημοκρατία το ζητούμενο (και) σε αυτούς τους πολέμους. Είναι ο έλεγχος των πυρηνικών, τα ενεργειακά κοιτάσματα, ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ, αλλά και η πολιτική επιβίωση Νετανιάχου. Υπήρχε, λοιπόν, διπλωματική διέξοδος στην κρίση αυτή. Η συμμετοχή του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για την εγγύηση της εκεχειρίας σε Ιράν και Λίβανο θα ήταν το πρώτο απαραίτητο βήμα.

Την ίδια στιγμή, φαίνεται για άλλη μία φορά ότι η ΕΕ είναι απούσα από το γεωπολιτικό πεδίο. Έτσι, σιωπά ενώ αντιμετωπίζουμε μία βαθύτατη ενεργειακή κρίση και κρίση ασφαλείας. Εμείς θα έπρεπε να ζητούμε ουσιαστική εκεχειρία, που να διασφαλίζει μεταξύ άλλων την προστασία των αμάχων, την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και την διάλυση των πολεμικών μετώπων και με απευθείας διαπραγματεύσεις με την συμμετοχή της ΕΕ αλλά και με μία ειρηνευτική διάσκεψη για την Μέση Ανατολή. Η ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να συγκαλέσει διάσκεψη των Ευρωπαϊκών χωρών του Νότου στην Κρήτη, με την συμμετοχή των αραβικών κρατών και εκπροσώπων της ναυτιλίας. Εκεί θα έπρεπε να συζητηθεί και η διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, αλλά και το πώς θα καταστεί επιχειρησιακό το άρθρο 42.7, δηλαδή η ρήτρα αμοιβαίας άμυνας της Συνθήκης της Λισαβόνας.

Τι σημαίνει η συμμαχία της Ελλάδας με το Ισραήλ για τις σχέσεις της με άλλες χώρες;

Πρώτιστα, πρέπει να βλέπουμε ξεκάθαρα την πραγματικότητα στα μάτια. Σύμφωνα με την Ανεξάρτητη Διεθνή Επιτροπή του ΟΗΕ, στη Γάζα έχουμε γενοκτονία και έξαρση στη βία των Ισραηλινών εποίκων εναντίον των Παλαιστινίων στην Δυτική Όχθη, με την ενθάρρυνση ισραηλινών ακροδεξιών κυβερνητικών παραγόντων. Η Ελλάδα και η Ευρώπη δεν είναι δυνατόν να εθελοτυφλούν επί της αρχής για χάρη οιουδήποτε συμφέροντος. Πρέπει να αρθούμε στο ύψος των περιστάσεων και να θέσουμε έντονα το ζήτημα της αναστολής της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΕ – Ισραήλ με παράλληλες ευρωπαϊκές κυρώσεις σε μέλη της κυβέρνησης Νετανιάχου. Πρέπει να αναγνωρίσει η Ελλάδα το Παλαιστινιακό Κράτος – όπως, άλλωστε, έκαναν πρόσφατα πολλές δυτικές χώρες (πχ. Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία) – στο πλαίσιο του ψηφίσματος της ελληνικής Βουλής του 2015. Πρέπει να επιμείνουμε στην ουσιαστική πλήρη κατάπαυση του πυρός με εγγυήσεις από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και επανάληψη αξιόπιστων διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο πλευρών για λύση δύο κρατών. Και βέβαια, παράλληλα, έπρεπε να προτείνουμε τη διεξαγωγή ειρηνευτικής διάσκεψης για την Μέση Ανατολή, στην οποία θα τεθεί το Παλαιστινιακό, καθώς και το ζήτημα της προστασίας των χριστιανικών πληθυσμών στους Αγίους Τόπους.

Η Ελλάδα ανέκαθεν – και σωστά – οικοδόμησε τόσο την εξωτερική της πολιτική στο διεθνές δίκαιο. Αυτό υπήρξε και ζήτημα αρχής για την Ελλάδα και ασπίδα προστασίας έναντι αναθεωρητικών γειτόνων. Με την υποστηρικτική στάση της έναντι της κυβέρνησης Νετανιάχου όμως η κυβέρνηση και υπονομεύει την θέση της χώρας ως πυλώνα ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή και ακυρώνει την πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που πρέπει να έχει η Ελλάδα και αποδυναμώνει την πάγια προσήλωση μας στο διεθνές δίκαιο, το οποίο που σωστά επικαλούμαστε έναντι παραβιάσεων της Τουρκίας καθώς και για το Κυπριακό.

Η Ελλάδα αναγνωρίζει και πρέπει να φαίνεται ότι σέβεται ξεκάθαρα την δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Είναι τουλάχιστον προβληματικό ότι ο Πρωθυπουργός επισκέφτηκε τον διεθνώς καταζητούμενο Ισραηλινό ομόλογό του στα Ιεροσόλυμα. Αντίθετα, θα πρέπει να τασσόμαστε υπέρ της επιβολής εθνικών κυρώσεων σε μέλη της κυβέρνησης Νετανιάχου αλλά και σε εποίκους στη Δυτική Όχθη. Για παράδειγμα, η Πολωνία απαγόρευσε την είσοδο στο έδαφός της στον Μπεν Γκβιρ.

Όπως είπα, η Ελλάδα έχει και θα πρέπει να έχει μια σειρά από συμμαχίες και με τις ΗΠΑ και με ευρωπαϊκές χώρες και ως χώρα της ΕΕ και σε περιφερειακό επίπεδο, για την αντιμετώπιση της τουρκικής προκλητικότητας σε διπλωματικό και αμυντικό επίπεδο. Το Ισραήλ είναι μια από αυτές τις χώρες αλλά είναι λάθος να δημιουργείται η εικόνα ότι στηριζόμαστε υπερβολικά σε αυτό και είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχτούμε τα πάντα. Στο παρελθόν ασκήσαμε μία πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και αναπτύξαμε σχέσεις με σειρά κρατών της Μέσης Ανατολής, συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ. Τότε όμως είχαμε τις Συμφωνίες του Αβραάμ και το Μεσανατολικό βρισκόταν σε ύφεση και σίγουρα δεν είχαμε την γενοκτονία στη Γάζα. Η θέση μας είναι φυσικά σαφής απέναντι στη Χαμάς ως τρομοκρατική οργάνωση και στην αντιμετώπισή της, αλλά δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχθούμε τη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού. Εμείς θέλουμε μία ισχυρή Ελλάδα, όχι ένα κράτος – πελάτη που θα αναζητά προστάτες.

Σε μία εποχή που ο αναθεωρητισμός αναδύεται ως το νέο ισχυρό δόγμα και οι διεθνείς σχέσεις δείχνουν να επιστρέφουν στο λογική του Ψυχρού πολέμου, υπάρχει χώρος για πολυμέρεια;

Στο πολύ δύσκολο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον είναι πιο σημαντικό από ποτέ η Ελλάδα να προωθήσει τον ρόλο της ως πυλώνα ειρήνης και σταθερότητας στη βάση του διεθνούς δικαίου μέσω μιας ενεργητικής πολυδιάστατη εξωτερικής πολιτικής. Για τη χώρα μας αυτό σημαίνει τέσσερα πράγματα: Πρώτον, προάσπιση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων. Δεύτερον, οικοδόμηση συνεργασιών στη βάση μιας  πολυδιάστατης διπλωματίας που σέβεται αλλά και αξιοποιεί τη θέση μας σε διεθνείς οργανισμούς και προωθεί την ειρήνη. Τρίτον, προώθηση μιας ενεργητικής και διεκδικητικής διπλωματίας για την ειρηνική λύση των διαφορών με τους γείτονές μας. Και τέταρτον, σήμερα που η αμερικανική ηγεσία είναι πιο απρόβλεπτη από ποτέ, πρέπει να βάλουμε κόκκινες γραμμές στις σχέσεις μας με τις ΗΠΑ. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι συνεργαζόμαστε όπου τα συμφέροντα μας με τις ΗΠΑ συγκλίνουν, και ακολουθούμε την δική μας πορεία από αυτά αποκλίνουν. Αυτό σημαίνει ισχυρή Ελλάδα.

Πιο συγκεκριμένα, ως ισχυρή Ελλάδα νοείται η οικοδόμηση συμμαχιών κι όχι η αναζήτηση της εύνοιας προστατών όπως δυστυχώς είδαμε με τη στάση της κυβέρνησης στα ζητήματα της  Βενεζουέλας, του Ιράν, το  Παλαιστινιακό και το Ουκρανικό. Νοείται ως ενεργητική διπλωματία στο πλαίσιο περιφερειακών σχημάτων  συνεργασίας – όπως κάναμε στο παρελθόν με τους Μed7 την ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια – και μια νέα προσέγγιση των μεσαίων δυνάμεων. Ταυτόχρονα, ισχυρή Ελλάδα σημαίνει στρατηγική έναντι της Τουρκίας· όχι μόνο κοντόφθαλμοι τακτικισμοί για πρόσκαιρα οφέλη. Αυτό θα έπρεπε να γίνει με αξιοποίηση των ευρωτουρκικών οικονομικών και αμυντικών σχέσεων. Πατριωτισμός σημαίνει και να προστατεύουμε τη χώρα στο πεδίο όταν χρειάζεται όπως κάναμε με το Βarbaros και όχι μετακύληση των προβλημάτων.

Τέλος, για μια ισχυρή Ελλάδα εντός μιας ισχυρής Ευρώπης απαιτείται στήριξη μιας κοινωνικής Ευρώπης με δυνατότητα δανεισμού και ιδίους πόρους που δεν επενδύει μόνο στις αποτρεπτικές της δυνάμεις αλλά προωθεί ενεργά την ειρήνη και ασφάλεια. Μια Ελλάδα και μια Ευρώπη που δεν έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά, όπως στη γενοκτονία στη Γάζα, με ενεργό ρόλο των Μed9 και αληθινή βούληση αλληλοβοηθείας, όπως π.χ. μέσα από το επιχειρησιακό άρθρο συνδρομής 42,7.

Έτσι λοιπόν αναδεικνύεται η ανάγκη για επιστροφή στην πολυμερή διπλωματία και την πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Αυτό που ο Αλέξης Τσίπρας έχει ονομάσει μια νέα εθνική πυξίδα. Μια πολιτική με ευελιξία, αλλά όχι μόνο με συναλλαγή. Με αρχές αλλά χωρίς εμμονές, αγκυλώσεις και ιδεοληψία – με δυο λέξεις δυναμική και σύγχρονη. Με επαναδιεκδίκηση της εθνικής αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας ως προέκταση της ατομικής και κοινωνικής, του πατριωτισμού με κοινωνικούς όρους και στο εξωτερικό, όπως στο εσωτερικό. Με πραγματισμό στη βάση αρχών, με όραμα και ευθύνη. Μιας χώρας αξιόπιστου εταίρου και όχι μόνο βολικού πελάτη.

Είναι η απόκτηση από την Τουρκία των F-35 το πραγματικό πρόβλημα της Ελλάδας όσον αφορά τις σχέσεις Τουρκίας – ΗΠΑ;

Αυτό είναι ένα μόνο από τα πολλά ζητήματα που αποτελούν το πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων καθώς και των σχέσεων με τρίτες χώρες, περιλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η στρατηγική της Ελλάδας στα ελληνοτουρκικά πρέπει να βασίζεται σε 5 άξονες: Μια στρατηγική με αρχή, μέση και τέλος για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ μας και την επέκταση των χωρικών μας υδάτων μέχρι τα 12 ν.μ. που μεγαλώνει την Ελλάδα, με όρους διπλωματίας, ειρήνης και σταθερότητας. Την προάσπιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και της εθνικής μας κυριαρχίας απέναντι σε τουρκικές προκλήσεις. Την προώθηση των συνεργασιών μας και την αξιοποίηση της ΕΕ για να δεσμευθεί η Τουρκία σε ένα διάλογο στη βάση του διεθνούς δικαίου για οριοθέτηση ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας (π.χ. τη διασύνδεση της αναθεώρησης της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ-Τουρκίας με τη Χάγη). Τη σχέση μας με την Κύπρο και την προσπάθεια για επίλυση του Κυπριακού στη βάση των Αποφάσεων του ΟΗΕ. Την ενίσχυση των αποτρεπτικών μας δυνάμεων αλλά με σημείο αναφοράς την ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Έχουμε συμβόλαια δεκάδων δις και δεν φτιάχνεται ούτε μια βίδα στην Ελλάδα.

Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών σχετικά με τα F35, δηλαδή η ξεκάθαρη δήλωση πρόθεσης από τον Donald Trump να τα πουλήσει στην Τουρκία – ασχέτως με το τι θα αποφασίσει το Κογκρέσο – η πώληση των κινητήρων για τα KAAN, όπως και η πώληση γαλλικών αντιαεροπορικών, η νέα συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο και τα δύο υπό ίδρυση νατοϊκά στρατηγεία σε Κωνσταντινούπολη και Άδανα συνιστούν ξεκάθαρα μια εθνική ήττα – όπως είπε και ο Αλέξης Τσίπρας στον Economist – και αποδεικνύουν ότι κάτι πάει λάθος στην εξωτερική μας πολιτική. Η Τουρκία συνεχίζει ακάθεκτη τις παραβατικές της ενέργειες και όχι μόνο δεν πιέζεται από τους συμμάχους μας για να σταματήσει τις παράνομες ενέργειες της, αλλά επιβραβεύεται.

Επίσης ο κ. Μητσοτάκης έλεγε ότι επιβλήθηκαν όροι στη χρήση F16 από την Τουρκία κατά τη συμφωνία πώλησης – να μη χρησιμοποιηθούν κατά της Ελλάδας και της Κύπρου. Θα πρέπει σήμερα η Κυβέρνηση να διαβεβαιώσει αν υπάρχουν και αν ισχύουν αυτοί οι όροι και αν θα θέσει όρους και για την πώληση F35 στην Τουρκία.

Πράγματι, η κυβέρνηση δεν έχει προωθήσει μια στρατηγική με αρχή μέση και τέλος στα ελληνοτουρκικά. Έχει αποτύχει να δεσμεύσει την Τουρκία – με την αξιοποίηση των ευρωτουρκικών σχέσεων και των συμμαχιών μας –  σε συνομιλίες που να οδηγούν στην οριοθέτηση ΑΟΖ υφαλοκρηπίδας στη Χάγη και έχει αποτύχει να προασπίσει τα κυριαρχικά μας δικαιώματα όπως στην περίπτωση του ηλεκτρικού καλωδίου ή του Οruc Reis. Μάλιστα, η κυβέρνηση διαφημίζει τις “πανίσχυρες” συμμαχίες της και την γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας, ωστόσο αυτό δεν φαίνεται στην πράξη. Για παράδειγμα, η Γαλλία, με την οποία υπογράψαμε δύο στρατηγικές συμφωνίες και αγοράσαμε 8 δισ. σε όπλα, δεν μας στήριξε όταν η Τουρκία παρενόχλησε το γαλλικό ερευνητικό στην Κάσο. Βλέπουμε λοιπόν ότι δημιουργείται μια επικοινωνιακή εικόνα από την κυβέρνηση για τις συμμαχίες μας, αλλά αυτό δεν αποτυπώνεται στην πραγματικότητα επί του εδάφους.

Πώς βλέπετε να εξελίσσονται οι σχέσεις ΕΕ – Τουρκίας, αλλά και οι διμερείς σχέσεις Τουρκίας με συγκεκριμένα κράτη της Ευρώπης; Ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή άμυνα;

Το κρίσιμο ερώτημα νομίζω δεν είναι μόνο η ανάπτυξη των ευρωπαϊκών αποτρεπτικών δυνάμεων. Το πιο σημαντικό είναι να υπάρχει μία Ευρώπη με στρατηγική αυτονομία από τις ΗΠΑ (κυρίως μέσω της ΕΕ αλλά και εντός του ΝΑΤΟ) που να βασίζεται σε μια κοινή εξωτερική πολιτική προσανατολισμένη στην ειρήνη και τη σταθερότητα στη βάση της διπλωματίας και του διεθνούς δικαίου. Αποτελεί επικίνδυνο λάθος ή Ευρώπη να ακολουθεί μια εξίσου επιθετική πολιτική με τις ΗΠΑ, με μόνη αλλαγή την ενίσχυση των εξοπλισμών της και μάλιστα με την αγορά αμερικανικών όπλων με περικοπές στα κοινωνικά κονδύλια. Το αποτέλεσμα θα είναι μια στρατιωτικά ενισχυμένη Ευρώπη υπό ακροδεξιές κυβερνήσεις.

Παράλληλα, ως προς την ευρωπαϊκή άμυνα, πρέπει να υπάρξει κοινή αντίληψη κινδύνων για την Ευρώπη. Ο Ευρωπαϊκός Βορράς αναγνωρίζει και αντιλαμβάνεται ως αποκλειστική απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλειά την Ρωσία, την ίδια στιγμή που αγνοεί το γεγονός ότι η Ελλάδα και η Κύπρος, που αποτελούν και τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ, δέχονται διαρκείς απειλές από την Τουρκία. Δεν γίνεται λοιπόν να αναγνωρίζει η ΕΕ μόνο ως απειλή για την ασφάλειά της την ρωσική επιθετικότητα, αλλά να αρνείται να αναγνωρίσει τις απειλές για την ευρωπαϊκή ασφάλεια που δημιουργούνται από μία χώρα η οποία αμφισβητεί τα κυριαρχικά δικαιώματα ενός κράτους – μέλους της ΕΕ και έχει πραγματοποιήσει μία παράνομη εισβολή και κατοχή εδαφών ενός άλλου μέλους της ΕΕ. Τέλος, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε επιτέλους τον κοινό δανεισμό και τα ευρωομόλογα όχι μόνο ως εργαλείο για την πανδημία τη στήριξη της Ουκρανίας ή την άμυνα, αλλά και την κοινωνική συνοχή.

Τι κέρδισε η Ελλάδα και τι κέρδισε η Τουρκία από την τελευταία Σύνοδο του ΝΑΤΟ;

Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα θεωρείται κομβική για το μέλλον της Συμμαχίας. Η Τουρκία βγαίνει ενισχυμένη από τους πολέμους σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, την αμυντική της βιομηχανία και τις σχέσεις Τραμπ-Ερντογάν. Στο πλαίσιο αυτό αναμένεται να διαδραματίσει αναβαθμισμένο ρόλο στην αμυντική διάταξη της Συμμαχίας.

Η αναβάθμιση της Τουρκίας στους αμερικανικούς και νατοϊκούς σχεδιασμούς συντελείται τα τελευταία χρόνια, με νέους εξοπλισμούς και βάσεις. Αυτό δυστυχώς καταδεικνύει την αποτυχία της πολιτικής της κυβέρνησης όλο αυτό το διάστημα και στα ελληνοτουρκικά αλλά και αναφορικά με την ανάσχεση της τουρκικής προκλητικότητας μέσω της αξιοποίησης των συμμαχιών μας. Μπορεί να μην δίνονται (ακόμη) τα F35, αλλά έχουμε σαφή αναβάθμιση των αμυντικών σχέσεων της Τουρκίας και με τις ΗΠΑ και με τους Ευρωπαίους (κινητήρες για τα KAAN και F-16 από ΗΠΑ, Meteor και Eurofighter από Ευρωπαίους και γαλλικά αντιαεροπορικά MAMBA). Αυτό δείχνει την αναποτελεσματικότητα της προσέγγισης και του αφηγήματος της κυβέρνησης ότι εάν πρωτοστατήσουμε στο Ουκρανικό θα απομονωθεί η Τουρκία και θα μας ευνοήσουν στα ελληνοτουρκικά οι εταίροι μας. Δεν έγινε τίποτα από τα δύο. Και πάλι, αν και ορθώς στηρίξαμε τον ουκρανικό λαό, ήταν λάθος να πρωτοστατήσουμε αβασάνιστα.

Εκτός από αυτό βρίσκεται στο τραπέζι και η αναβάθμιση των νατοϊκών υποδομών στην Τουρκία: Πρώτον, με τη σύσταση Κέντρου Ναυτικής Επιτήρησης στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο θα αναβαθμίζει τον ρόλο της Τουρκίας στη Μαύρη Θάλασσα και στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, ιδίως μετά την επίλυση του ουκρανικού. Δεύτερον, με την εγκαθίδρυση πολυκλαδικού ΝΑΤΟϊκού κέντρου στα Άδανα, υπεύθυνου για την αεράμυνα στη νότια πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Θα πρέπει να υπάρξουν σαφείς εξηγήσεις από την κυβέρνηση εάν αντιτάσσεται σε αυτές τις εξελίξεις, αν έχει ζητήσει ανταλλάγματα ή αν τις υποστηρίζει άνευ όρων. Επίσης, ένα σοβαρό ερώτημα είναι αν αυτή η ασπίδα θα καλύπτει και την ελληνική επικράτεια και ακόμη και την Κύπρο αν και δεν είναι κράτος μέλος του ΝΑΤΟ.

Πηγή: in.gr

ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ
Ο Βόλος φιλοξένησε την διεθνή διοργάνωση 'ROBOTEX EU MED & BALKAN 2026' , με συμμετοχές από πολλές χώρες.
Παρουσιάσεις τεχνητής νοημοσύνης και δράσεις εκπαιδευτικής ρομποτικής.
Η φέτα κατέκτησε το Παρίσι. Η καθημερινότητα όχι ακόμη.

Η Περιφέρεια συμμετείχε στην διεθνή έκθεση τυροκομικών, στο Παρίσι προβάλλοντας τα Θεσσαλικά προϊόντα.

Η εξωστρέφεια είναι απαραίτητη ... 

Αλλά κάθε 'δελτίο τύπου' , που ξεκινά από Παρίσι, Λονδίνο , ή Άμστερνταμ  —   αφήνει στους Θεσσαλούς μιά απορία:

—  Πότε θα δούμε αντίστοιχη κινητικότητα και μέσα στα χωριά της Θεσσαλίας;

Διότι, η καλλίτερη διαφήμιση ενός προϊόντος  —   είναι ένας τόπος – ο Θεσσαλικός Μας κάμπος – που λειτουργεί ορθά οργανωτικά κι' ευημερεύει ... !