Η λειψυδρία δεν αποτελεί πλέον μια μελλοντική απειλή ή ένα στενά τεχνικό πρόβλημα, αλλά μια παρούσα, βαθιά πολιτική και αναπτυξιακή κρίση, με σοβαρές συνέπειες για την Ελλάδα και ιδιαίτερα για τη Θεσσαλία. Αυτό υπογράμμισε μιλώντας στην ΕΡΤ Βόλου, ο ΝικήταςΜυλόπουλος,
Η λειψυδρία δεν αποτελεί πλέον μια μελλοντική απειλή ή ένα στενά τεχνικό πρόβλημα, αλλά μια παρούσα, βαθιά πολιτική και αναπτυξιακή κρίση, με σοβαρές συνέπειες για την Ελλάδα και ιδιαίτερα για τη Θεσσαλία. Αυτό υπογράμμισε μιλώντας στην ΕΡΤ Βόλου, ο ΝικήταςΜυλόπουλος, καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Διευθυντής Εργαστηρίου Υδρολογίας και Ανάλυσης Υδατικών Συστημάτων. Περιέγραψε με μελανά χρώματα την κατάσταση που διαμορφώνεται και τις ευθύνες που, όπως είπε, δεν μπορούν πλέον να κρυφτούν πίσω από πρόσκαιρες βροχοπτώσεις ή αποσπασματικές παρεμβάσεις.
Όπως ανέφερε, η λειψυδρία είναι πλέον δομικό πρόβλημα, αποτέλεσμα ενός παραγωγικού μοντέλου που για δεκαετίες κατανάλωνε περισσότερο νερό από όσο μπορούσε να ανανεωθεί φυσικά. Μέχρι πρόσφατα, όπως εξήγησε, η κοινωνία δεν βίωνε άμεσα την κρίση, επειδή αντλούνταν τα υπόγεια αποθέματα. Ωστόσο, αυτή η πρακτική ήταν μη βιώσιμη και σήμερα τα όριά της έχουν εξαντληθεί.
Τώρα έχουμε περάσει στην εποχή όπου τα αποθέματα αυτά πια εξαντλούνται και η λειψυδρία κάνει ορατή την έλλειψή της στην πιο ωμή έκφανσή της, τόνισε, σημειώνοντας ότι η κλιματική κρίση επιδεινώνει περαιτέρω την κατάσταση, με μεγαλύτερες περιόδους ξηρασίας αλλά και ακραία πλημμυρικά φαινόμενα που δυσκολεύουν τη σωστή διαχείριση των υδάτων.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη Θεσσαλία, τη μεγαλύτερη αγροτική περιφέρεια της χώρας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, στην Ελλάδα η άρδευση καταναλώνει το 86% του συνολικού νερού, ενώ στη Θεσσαλία το ποσοστό φτάνει στο 92%. Αν μιλάμε για νερό στη Θεσσαλία, μιλάμε κυρίως για άρδευση, είπε χαρακτηριστικά, ξεκαθαρίζοντας ότι το πρόβλημα συνδέεται άμεσα με το μοντέλο γεωργικής παραγωγής.
Παράλληλα, στάθηκε στη σπατάλη νερού που παρατηρείται σε τουριστικές περιοχές και μικρά νησιά, όπου όπως είπε ο ανεξέλεγκτος υπερτουρισμός εκτινάσσει τις ανάγκες μέσα σε λίγες εβδομάδες κάθε καλοκαίρι, χωρίς τον απαραίτητο σχεδιασμό υποδομών.
Ιδιαίτερα ανησυχητική ήταν η αναφορά του στον κίνδυνο ερημοποίησης του θεσσαλικού κάμπου. Η ερημοποίηση πρέπει να είναι πρώτη σε αυτή τη συζήτηση, δήλωσε, εξηγώντας ότι δεν πρόκειται απλώς για εγκατάλειψη οικισμών, αλλά για την αδυναμία της γης να στηρίξει παραγωγή, επειδή δεν διαθέτει πλέον νερό, γόνιμο έδαφος και φυσικούς πόρους.
Όπως επισήμανε, πρόσφατες μελέτες διεθνών οργανισμών δείχνουν ότι το ένα τρίτο της χώρας κινδυνεύει άμεσα με ερημοποίηση, με τη Θεσσαλία να βρίσκεται ανάμεσα στις πλέον ευάλωτες περιοχές λόγω υπεράντλησης, υψηλών θερμοκρασιών και στρεβλής ανάπτυξης.
Για το μέλλον της περιοχής εμφανίστηκε απαισιόδοξος, αν δεν υπάρξει άμεση αλλαγή πορείας. Πάντα υπάρχει τρόπος, ποτέ δεν πέφτουμε στον γκρεμό. Αλλά είμαστε στο χείλος, είπε, προσθέτοντας πως χωρίς νέο σχεδιασμό στα έργα υποδομής, στη γεωργία και στη διαχείριση του νερού, δεν μπορεί κανείς να μιλήσει με αισιοδοξία για το μέλλον.
Αναφερόμενος στον Οργανισμό Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας (ΟΔΥΘ), σημείωσε ότι δεν έχει παρουσιαστεί μέχρι στιγμής ουσιαστικό αποτέλεσμα. Δεν βλέπουμε τίποτα, σχολίασε, εκφράζοντας επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα και τη συνολική κατεύθυνση της πολιτικής διαχείρισης.
Κλείνοντας, ήταν κατηγορηματικός: Η λειψυδρία είναι βαθιά πολιτική επιλογή και το τεχνικό ζήτημα έπεται.
www.ertnews.gr

