Κόσμος

Υπερδύναμη η ΕΕ στην Τεχνητή Νοημοσύνη; Οι ειδικοί αμφιβάλλουν.

Υπερδύναμη η ΕΕ στην Τεχνητή Νοημοσύνη; Οι ειδικοί αμφιβάλλουν.

Πριν δύο χρόνια, η ΕΕ άρχισε να πιστεύει ότι μπήκε δυναμικά στην κούρσα για την τεχνητή νοημοσύνη με την πρωτοβουλία EuroStack. Με σύνθημα «Αγοράζουμε ευρωπαϊκά, πουλάμε ευρωπαϊκά και χρηματοδοτούμε την Ευρώπη», οι Βρυξέλλες θέλουν να ενισχύσουν ευρωπαϊκούς παρόχους σε ολόκληρη την αλυσίδα, από εφαρμογές έως τα μικροτσίπ και τα κέντρα δεδομένων, χρησιμοποιώντας ως βασικό μοχλό τις δημόσιες προμήθειες. Είναι πράγματι η ΕΕ μια «υπερδύναμη στον τομέα», που θα απεξαρτηθεί από τις ΗΠΑ, όπως υποστηρίζει;

Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική, σύμφωνα με τους Τόρστεν Μπένερ, διευθυντή του Παγκόσμιου Ινστιτούτου Δημόσιας Πολιτικής στο Βερολίνο (GPPi), και Γιάκομπ Χένζινγκ ερευνητή του ίδιου ινστιτούτου στις αναδυόμενες τεχνολογίες.

«Αντί να επενδύει στις αυταπάτες μιας υπερδύναμης τεχνητής νοημοσύνης» αναφέρουν σε ανάλυσή τους στο Foreign Policy, «η Ευρώπη θα πρέπει να αποδεχθεί τον ρόλο της ως μεσαίας δύναμης και να επικεντρωθεί στην ενίσχυση των ιδιαίτερων πλεονεκτημάτων της, στην οικοδόμηση διαπραγματευτικής ισχύος μαζί με άλλες μεσαίες δυνάμεις και στον πειραματισμό με εναλλακτικές τεχνολογικές διαδρομές».

Το καλύτερο ευρωπαϊκό μεγάλο γλωσσικό μοντέλο, της Mistral, βρίσκεται σήμερα πολύ πίσω από τα κορυφαία αμερικανικά μοντέλα (αλλά και από τα καλύτερα κινεζικά) ως προς τις δυνατότητές του.

«Ακόμη κι αν η Ευρώπη διοχέτευε σήμερα τους μέγιστους δυνατούς οικονομικούς πόρους στη Mistral, είναι μάλλον απίθανο η εταιρεία να καλύψει τη διαφορά από τα κορυφαία μοντέλα, εκεί όπου ο Έλον Μασκ και ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ έχουν αποτύχει μέχρι σήμερα, παρά την αδιανόητη κινητοποίηση πόρων» σημειώνουν στην ανάλυσή τους, προσθέτοντας πως «μοντέλα δεύτερης κατηγορίας πιθανότατα δεν θα επαρκούν για την αποτελεσματική προστασία από κρίσιμους κινδύνους στον κυβερνοχώρο και σε άλλους τομείς ασφάλειας».

Υπερδύναμη με δεύτερης κατηγορίας μοντέλα

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι ίδιοι οι υποστηρικτές του EuroStack παραδέχονται ότι η Ευρώπη δεν πρόκειται να κατασκευάσει μεγάλα μοντέλα αιχμής, αλλά να δημιουργήσει μοντέλα που θα υπολείπονται των κορυφαίων, αλλά θα παραμένουν χρήσιμα. Ωστόσο, ακόμα και αυτό, σύμφωνα με τους ειδικούς του GPPi είναι αισιόδοξο. Ο λόγος είναι, όπως εξηγούν, ότι τα ευρωπαϊκά εργαστήρια τεχνητής νοημοσύνης θα ήταν ευάλωτα στον αποκλεισμό από το αμερικανικό υλικό και τις υποδομές υπολογιστικής ισχύος. Κάτι τέτοιο, προσθέτουν, θα ήταν εφικτό μόνο εάν η «Ευρώπη καταφέρει ταυτόχρονα να δημιουργήσει έναν σχεδιαστή μικροτσίπ παγκόσμιας πρωτοπορίας και να αλλάξει ριζικά την ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων».

Η Ευρώπη διαθέτει σήμερα μόλις το 5% της παγκόσμιας υπολογιστικής ισχύος, δηλαδή της ικανότητας να εκτελούνται τεράστιοι υπολογισμοί, που είναι απαραίτητοι για την εκπαίδευση και τη λειτουργία μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης. Όπως υπογραμμίζουν μάλιστα οι δύο ειδικοί, η Ευρώπη συνεχίζει και χάνει έδαφος.

«Οι δημόσιες επενδύσεις για τα γιγαντιαία εργοστάσια τεχνητής νοημοσύνης έχουν καθυστερήσει και τελικά βασίζονται σε περιορισμένους ευρωπαϊκούς πόρους, ενώ οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θεωρούν πιο ελπιδοφόρες τις λιγότερο απαιτητικές σε υπολογιστική ισχύ προσεγγίσεις της εφαρμοσμένης τεχνητής νοημοσύνης και σε μεγάλο βαθμό αρνούνται να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις μεγάλης κλίμακας σε κέντρα δεδομένων».

Η συνεργασία με τις ΗΠΑ ως ρεαλιστικός δρόμος

Παραδόξως, ο πιο ρεαλιστικός δρόμος για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής δυνατότητας αυτόνομης δράσης, σύμφωνα με τους Μπένερ και Χένζινγκ είναι η οικοδόμηση στενών σχέσεων με τους αμερικανικούς βιομηχανικούς πρωτοπόρους, προσθέτοντας πως ταυτόχρονα η Ευρώπη θα πρέπει να επενδύσει περισσότερο στην βιομηχανική τεχνητή νοημοσύνη, σε εναλλακτικές τεχνολογικές κατευθύνσεις και να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της ισχύ συνεργαζόμενη με άλλες μεσαίες δυνάμεις που διαθέτουν σημαντικές δυνατότητες, όπως ο Καναδάς, η Ινδία, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και το Ηνωμένο Βασίλειο.

«Η συνεργασία αυτή μπορεί επίσης να ενισχύσει τη θέση των μεσαίων δυνάμεων απέναντι και στις δύο μεγάλες δυνάμεις της τεχνητής νοημοσύνης – τις ΗΠΑ και την Κίνα – ιδίως ενόψει της επείγουσας ανάγκης για διεθνείς συμφωνίες σχετικά με τη διαχείριση των καταστροφικών κινδύνων της τεχνητής νοημοσύνης».

Σε κάθε περίπτωση οι δύο ειδικοί ξεκαθαρίζουν ότι οποιαδήποτε ευρωπαϊκή στρατηγική για την τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη βαθιά αβεβαιότητα σχετικά με τη μελλοντική πορεία της τεχνολογίας. Αν για παράδειγμα ανακοπεί η σημερινή πρόοδος των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (LLMs), τα σημερινά κορυφαία εργαστήρια ενδέχεται ακόμη και να καταρρεύσουν. Ωστόσο, αν κερδηθεί αυτό το στοίχημα – μόνο το 2026 επενδύθηκαν 700 δισεκ. δολ. – τότε κρίνεται απαραίτητο η Ευρώπη να διασφαλίσει πρόσβαση στα κορυφαία αμερικανικά μοντέλα.

Υπάρχει ρεαλιστική λύση;

Ωστόσο, στην ανάλυσή τους οι ειδικοί του GPPi προτείνουν να αυξήσουν οι Ευρωπαίοι το κόστος στις ΗΠΑ, αν αυτές αποφασίσουν να στερήσουν από την Ευρώπη την πρόσβαση στα κορυφαία μεγάλα γλωσσικά μοντέλα. Παράλληλα, προτείνουν να δοθούν περισσότερα κίνητρα στις αμερικανικές εταιρείες…να υποστηρίξουν την ευρωπαϊκή πρόσβαση, χωρίς να εγκαταλειφθούν οι επενδύσεις σε εναλλακτικές τεχνολογικές επιλογές που μπορεί να αποδειχθούν επιτυχείς.

Ένας τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι να εδραιωθεί η στρατηγικά αναντικατάστατη θέση της Ευρώπης στο παγκόσμιο οικοσύστημα της τεχνητής νοημοσύνης. Η Ευρώπη διαθέτει ήδη πραγματικά πλεονεκτήματα και πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία: για παράδειγμα, τις μηχανές λιθογραφίας της ASML, χωρίς τις οποίες δεν μπορούν να κατασκευαστούν μικροτσίπ υψηλών επιδόσεων, καθώς και τους αεριοστρόβιλους της Siemens Energy, χωρίς τους οποίους η ταχεία επέκταση των κέντρων δεδομένων στις ΗΠΑ είναι σχεδόν αδύνατη. Ένας βασικός λόγος για τον οποίο αυτά μεταφράζονται σήμερα σε περιορισμένη διαπραγματευτική ισχύ είναι ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται υπαρξιακά από τις ΗΠΑ στον στρατιωτικό τομέα, γεγονός που καθιστά ζωτικής σημασίας να αποκτήσει το ταχύτερο δυνατό τη δυνατότητα να διασφαλίζει η ίδια την ασφάλειά της.

Επίσης, η Ευρώπη μπορεί να προσελκύσει αμερικανικές εταιρείες και κοινοπραξίες που αντιμετωπίζουν ολοένα μεγαλύτερες αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ να κατασκευάσουν κέντρα δεδομένων στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Σε αντάλλαγμα, οι εταιρείες αυτές θα έχουν κάθε κίνητρο να υποστηρίξουν την πρόσβαση της Ευρώπης στα μοντέλα που λειτουργούν πάνω σε αυτή την υποδομή. Δεδομένης της αβεβαιότητας σχετικά με τις αποδόσεις των τεράστιων επενδύσεων σε κέντρα δεδομένων, η συμμετοχή Αμερικανών επενδυτών μειώνει επίσης τον ευρωπαϊκό κίνδυνο.

Η συνεργασία με άλλες μεσαίες δυνάμεις, που αναφέρθηκε ως άνω, υποστηρίζουν, μπορεί να συμβάλει στη συγκέντρωση πόρων και δυνατοτήτων όπου αυτό είναι χρήσιμο, συμπεριλαμβανομένης της ενίσχυσης της κρατικής ικανότητας.

«Για την επέκταση της ευρωπαϊκής υπολογιστικής ισχύος, τα δημόσια χρηματοδοτούμενα γιγα-εργοστάσια μπορούν να αποτελέσουν ένα στοιχείο που θα εξυπηρετεί τις βασικές ανάγκες του κράτους και της έρευνας, όμως καθοριστικής σημασίας θα είναι η διευκόλυνση των ιδιωτικών επενδύσεων».

Στην κύρια φωτογραφία: Πύργοι ψύξης στο νέο κέντρο δεδομένων της Google, κοντά στο Φρεντερίτσια της Δανίας (30 Νοεμβρίου 2020). Frank Cilius/Ritzau Scanpix/Reuters.

Πηγή: in.gr

ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ
Η Περιφέρεια Θεσσαλίας, σε συνεργασία με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, υλοποιεί διετές πρόγραμμα αυτοβοήθειας και αλληλοβοήθειας, διά τήν αντιμετώπιση εξαρτήσεων από τον τζόγο, το αλκοόλ, τα ναρκωτικά και τις διαδικτυακές συμπεριφορές. Το πρόγραμμα, προϋπολογισμού €200.000 ευρώ, θα εφαρμοστεί σε όλη την Θεσσαλία και στοχεύει στην πρόληψη, υποστήριξη και κοινωνική επανένταξη των ωφελουμένων.
ΤΗΙΝΚ ΤΑΝΚ

Η Περιφέρεια Θεσσαλίας υλοποιεί πιλοτικό πρόγραμμα ύψους €462.800 ευρώ, για τεχνικές παρεμβάσεις προσβασιμότητας σε κατοικίες ατόμων με αναπηρία. Το πρόγραμμα απευθύνεται σε άτομα με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67% και χρηματοδοτεί εργασίες, όπως ράμπες, προσαρμογές λουτρών, τεχνικά βοηθήματα και συστήματα υποβοήθησης · με στόχο την ασφαλέστερη και πιό αυτόνομη διαβίωση.

Όταν η ουσία περισσεύει, η αυτοδιαφήμιση είναι περιττή

Ανάμεσα στα δεκάδες δελτία τύπου   — άτινα κατακλύζουν καθημερινά την δημόσια σφαίρα της τοπικής μας κοινωνίας —   υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις, όπου το περιεχόμενο μιλά από μόνο του.
Η χρηματοδότηση παρεμβάσεων προσβασιμότητας, σε κατοικίες ατόμων με αναπηρία  —   είναι μία από αυτές.

Πρόκειται για μιά ενέργεια με άμεσο κοινωνικό αποτύπωμα · καθώς αφορά ανθρώπους, οίτινες αντιμετωπίζουν καθημερινά εμπόδια, μέσα στην ίδια τους την οικία.
Η δυνατότητα τοποθέτησης ραμπών πρόσβασης, στίς οικίες,
προσαρμογής χώρων υγιεινής , ή χρήσης ειδικού εξοπλισμού ...
 ... Δεν είναι πολυτέλεια  —   αλλά στοιχειώδης προϋπόθεση...