Ο Αμερικανός ανταποκριτής Στηβ Σέρερ έπαιρνε συνεντεύξεις από πρωθυπουργούς και διευθύνοντες συμβούλους και κάλυπτε ανθρωπιστικές καταστροφές για ΜΜΕ με παγκόσμια εμβέλεια. Σήμερα βλέπει την σκληρή πραγματικότητα στην εργασία. Κάποτε έπαιρνε ταξί για να τον μεταφέρουν
Ο Αμερικανός ανταποκριτής Στηβ Σέρερ έπαιρνε συνεντεύξεις από πρωθυπουργούς και διευθύνοντες συμβούλους και κάλυπτε ανθρωπιστικές καταστροφές για ΜΜΕ με παγκόσμια εμβέλεια. Σήμερα βλέπει την σκληρή πραγματικότητα στην εργασία.
Κάποτε έπαιρνε ταξί για να τον μεταφέρουν στη δουλειά του. Μπορεί να ήταν σε μια συνέντευξη τύπου στον Λευκό Οίκο, στη κάλυψη τη δίκης του Σίλβιο Μπερουσκόνι στο Μιλάνο ή μια συζήτηση με τον Ρομάντο Πρόνι στη Ρώμη. Σαν ειρωνεία της τύχης, ο Αμερικανός ανταποκριτής Στηβ Σέρερ είναι εκείνος σήμερα που οδηγεί ταξί, βλέποντας παράλληλα την παρακμή της πατρίδας του και όχι μόνο.
Ως ανταποκριτής ο Σέρερ κάλυπτε την πολιτική σε δύο ηπείρους, ξεκινώντας την καριέρα του στην Ιταλία το 1998, ώσπου μετά από πολλά χρόνια, το 2019 πραγματοποιήθηκε το επαγγελματικό του όνειρο: Το Reuters τον μετέθεσε στον Καναδά ως επικεφαλής των γραφείων του πρακτορείου στην Οτάβα.
Είχα γίνει επικεφαλής γραφείου σε μια χώρα του G7, του μπλοκ των πλούσιων κρατών που επιδιώκει κοινή στάση απέναντι στις βασικές οικονομικές και πολιτικές προκλήσεις του κόσμου μέλη είναι επίσης η Ιταλία και οι ΗΠΑ αναφέρει ο 55αρης σήμερα Σέρερ και πατέρας τριών παιδιών στο The Nation.
Λίγα χρόνια αργότερα, έπεισε την Ιταλίδα τη σύζυγό του να κάνουν αίτηση για μόνιμη παραμονή ώστε να εργάζονται και οι δύο στον Καναδά επ αόριστον καθώς η άδεια εργασίας από το ειδησεογραφικό πρακτορείο δεν αρκούσε.
Προσέλαβα έναν δικηγόρο για να τα τακτοποιήσει όλα και περίμενα να μου έρθει πρόσκληση για αίτηση. Η μεταναστευτική διαδικασία του Καναδά διέπεται από σύστημα μοριοδότησης και γίνεται μόνο κατόπιν πρόσκλησης λέει. Ωστόσο, λίγο αργότερα απολύθηκε εν καταργήθηκε στο πλαίσιο περικοπών κόστους.
Δεν ήμουν ο μόνος. Για το μεγαλύτερο μέρος μιας δεκαετίας, καθώς οι αίθουσες σύνταξης συρρικνώνονταν, λάμβανα αποχαιρετιστήρια email από δεκάδες συναδέλφους. Συνέταξα και εγώ το δικό μου τέτοιο μήνυμα τον Μάρτιο του 2024. Με μια νότα πικρίας, παρότρυνα τους συναδέλφους μου να φροντίζετε τον εαυτό σας ώστε να μπορείτε να φροντίζετε τους αγαπημένους σας.
Έτσι, πλέον η απόλυσή του αποδυνάμωσε το μεταναστευτικό του καθεστώς ενώ δεν μπορούσε να εργαστεί ούτε ως οδηγός την Uber. Ο μεγάλος και ευγενικός Καναδάς, η χώρα όπου νόμιζα ότι θα ζούσα τουλάχιστον μέχρι να ενηλικιωθούν τα παιδιά μου, με μάσησε και με έφτυσε.
Επιστροφή στις ΗΠΑ
Όταν, λοιπόν, έχασε τη δουλειά του, αφαιρέθηκε από την οικογένειά του το προνόμιο της πρόσβασης στη δημόσια περίθαλψη. Δεν είχαμε οικογενειακό γιατρό και, ο μη γένοιτο, αν κάποιος από εμάς χρειαζόταν να πάει στο νοσοκομείο, θα έπρεπε να πληρώσουμε από την τσέπη μας. Παρά τις καλές τοπικές γνωριμίες που είχα, δεν μπόρεσα να βρω εργοδότη πρόθυμο να με χορηγησει. Ο χρόνος έτρεχε για το νόμιμο δικαίωμά μας να διαμένουμε στον Καναδά. Δεν ήμασταν πια καλοδεχούμενοι.
Ο ίδιος ήθελε να παραμείνει στη χώρα και λόγω των παιδιών του που φοιτούσαν στα τοπικά σχολεία, αλλά δεν κατάφερε να βρω νέα έργασία που να του το επιτρέπει.
Έτσι, τον Ιούνιο του 2025, πούλησε το σπίτι του και ενώ δεν γνώριζε πότε θα ξαναέβρισκε εργασία πίσω στην Ουάσιγκτον, αποφάσισαν να μεταναστεύσει η οικογένειά του στην Ιταλία, όπου μπορούσαν να ζουνσε σπίτι συγγενή, όπου θα καλύπτονταν από το δημόσιο σύστημα υγείας και όπου τα παιδιά θα μπορούσαν να πάνε στο λύκειο.
Αφού τους αποχαιρέτησα, ξέσπασα σε ανεξέλεγκτο κλάμα στο πάρκινγκ του αεροδρομίου, χωρίς να ξέρω πότε θα τους ξανάβλεπα.
Παρόλα αυτά, ούτε στις ΗΠΑ εντυπωσίασαν τους recruiters οι τρεις δεκαετίες εργασιακής εμπειρίας σε Ρουμανία, Ιταλία και Καναδά και έτσι επέλεξε την Uber. Ο ίδιος εργάζεται από το καλοκαίρι του 2025 ως οδηγός ταξί έπειτα από 28 χρόνια απουσίας από την πατρίδα του.
Όταν έχασα τη δουλειά μου, έλεγα στον εαυτό μου: Αν αποτύχουν όλα τα άλλα, θα οδηγήσω για την Uber. Λοιπόν, να μαι, και δεν είναι τόσο παρήγορο όσο νόμιζα ότι θα ήταν. Παλιά πίστευα ότι ήμουν διαφορετικός από τους μετανάστες για τους οποίους έγραφα προστατευμένος από ένα διαβατήριο, έναν μισθό, μια δημοσιογραφική ταυτότητα.
Μια άλλη Αμερική
Αλλά τα τελευταία δύο χρόνια, λέει ότι γκρέμισαν αυτή την ψευδαίσθηση.
Στον Καναδά έβγαζε περίπου 130.000 δολάρια τον χρόνο, ενώ σήμερα στις ΗΠΑ ως οδηγός Uber, μετα βίας φτάνει τα 38.680 δολάρια τον χρόνο. Την ίδια στιγμή Βόρεια χρειάζεται κανείς τα διπλάσια για να ζήσει κανείς άνετα.
Έχω πολλές απορίες από τότε που επέστρεψα στις ΗΠΑ για να ζήσω και να εργαστώ στις 4 Ιουλίου, αφού έλειπα 28 χρόνια. Η διέλευση των συνόρων δεν έμοιαζε με επιστροφή στην πατρίδα. Η Αμερική μού είναι σήμερα τόσο ξένη όσο ήταν η Ιταλία το 1998, όταν άρχισα να εργάζομαι εκεί ως ξένος ανταποκριτής.
Τον περασμένο Ιούλιο, μετακόμισε σε ένα υπόγειο διαμέρισμα Airbnb στη Βιρτζίνια, όπου μοιραζόταν με μια ηλικιωμένη Λατίνα για το οποίο πλήρωνε 2.000 δολάρια τον μήνα!
Αν και ο ίδιος ζει με ελλείψεις, ομολογεί ότι δεν μπορεί να κόψει εύκολα τις μεσοαστικές του συνήθειες. Εξακολουθώ να θέλω τα τρία έφηβα παιδιά μου να έχουν αυτό που επιθυμούν τα Χριστούγεννα, ακόμη κι αν είναι ένας ακριβός υπολογιστής. Εξακολουθώ να θέλω το καθένα τους να έχει το δικό του δωμάτιο. Εξακολουθώ να θέλω να λάβουν το είδος εκπαίδευσης που στην Αμερική βρίσκεται κυρίως σε κοινότητες μεσαίου ή υψηλού εισοδήματος, και είμαι διατεθειμένος να πληρώνω περισσότερο ενοίκιο γι αυτό.
Σήμερα η σύζυγός του μου παραμένει στην Ιταλία, όπου έχει υγειονομική περίθαλψη και αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια μετά την αναχώρηση από τον Καναδά. Φοβάται επίσης μήπως απελαθεί αν ερχόταν να ενωθεί μαζί μας στις ΗΠΑ, κάτι που έχει συμβεί σε άλλους ξένους συζύγους Αμερικανών.
Ευτυχώς, όμως για τον ίδιο έχει κοντά του τα παιδιά του που πηγαίνουν στο λύκειο. Νιώθω ότι χτίζω κάτι στη νεότερη πόλη μου. Είμαι αισιόδοξος για πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό, αλλά συνειδητοποιώ επίσης ότι η αισιοδοξία δεν είναι το ίδιο με την ασφάλεια () Αυτό που φοβάμαι είναι η οικονομική ασφυξία που έρχεται. Η αγορά εργασίας είναι ήδη εμπόλεμη ζώνη.
Βέβαια, η δική του διεθνής εμπειρία έχει μικρή αξία σήμερα στις ΗΠΑ. Ακόμη χειρότερα, μοιάζει αντίθετη προς τις αξίες που προωθεί η άρχουσα τάξη, η οποία τώρα ενδυναμώνει ένοπλους πράκτορες να περιπολούν στους δρόμους των πόλεών μας αναζητώντας τον άλλον και ενθαρρύνει τους ψηφοφόρους να τον φοβούνται.
Έχω δει πολιτικούς σε άλλες χώρες να χρησιμοποιούν τους μετανάστες ως αποδιοπομπαίους τράγους. Είναι πάντα μια θανατηφόρα προσέγγιση, ειδικά για τους ίδιους τους μετανάστες. Αλλά ο Τραμπ χρειάζεται αποδιοπομπαίους τράγους για να αποσπά την προσοχή από τη χάσκουσα πληγή που είναι η αμείλικτη συρρίκνωση της άλλοτε μεγάλης αμερικανικής μεσαίας τάξης. Αυτή η κοινωνική ομάδα κάποτε περιλάμβανε κι εμένα. Αλλά όχι πια.
Ο ίδιος νιώθει τυχερός συγκριτικά με όσα βλέπει γύρω του με απογοήτευση και φόβο. Είμαι ένας λευκός μεσήλικας άνδρας με αμερικανικό διαβατήριο, άρα δεν είναι πιθανό να με αρπάξει η ICE από τον δρόμο. Έχω κάποιες οικονομίες και ανθρώπους στους οποίους μπορώ να στηριχτώ.
Δεν φοβάμαι τους διαφορετικούς πολιτισμούς ή τις γλώσσες. Με συναρπάζουν. Η αλήθεια είναι ότι όλοι έχουμε πολλά κοινά. Οι περισσότεροι άνθρωποι, ανεξαρτήτως εθνικότητας, ανήκουν σε δύο κατηγορίες: γονείς που θέλουν να βοηθήσουν τα παιδιά τους να πετύχουν στη ζωή και νέοι που κυνηγούν τα όνειρά τους.
Πηγή: in.gr

