Η επίδειξη ηπίας ισχύος που χαρακτήρισε την προ ημερών σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα πυροδότησε και μια συζήτηση για το πόσο ενισχύθηκε η Τουρκία μετά το τέλος της. Η ποικιλία των εκτιμήσεων συνδέεται συχνά και με τον συχνά συναισθηματικό χαρακτήρα των προσεγγίσεων για τη σχέση της Τουρκίας με τον δυτικό κόσμο.
Πέραν των εγκωμίων του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ, δεν κατεγράφη κάποια μεταβολή θέσεως στα ζητήματα στα οποία η Τουρκία διαχωρίζει τη θέση της από αυτήν των υπολοίπων μελών. Ούτε υπήρξε και κάποια υποχώρηση των μελών στις προϋποθέσεις που αυτά θέτουν για μια πλήρως λειτουργική σχέση με την Τουρκία.
Από την άλλη η διοργάνωση μιας συνόδου κορυφής στην πρωτεύουσα της Τουρκίας αποτελεί από μόνη της μια ένδειξη επιστροφής της Τουρκίας στον πυρήνα της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Ας μην ξεχνούμε ότι εδώ και μερικά χρόνια εντεινόταν η συζήτηση ότι η Τουρκία αποτελούσε «ξένο σώμα» εντός του ΝΑΤΟ. Τόσο η ουδετερότητά της στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, όσο και το βέτο με το οποίο επί μακρόν παρεμπόδισε την ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας, παρείχαν επιχειρήματα προς αυτήν την κατεύθυνση.
Οι εικόνες της συνόδου αποτελούν απόδειξη για την επικράτηση μετριοπαθών απόψεων εντός του ΝΑΤΟ και την ενίσχυση της θέσεως της Τουρκίας. Αξίζει εξάλλου να σημειωθεί ότι το κύριο συγκριτικό πλεονέκτημα της Τουρκίας δεν είναι το μέγεθος του στρατού της ή η υπολογίσιμη αμυντική της βιομηχανία. Η τελευταία παρουσιάζει όντως μεγάλο ενδιαφέρον, δεδομένου ότι ανεπτύχθη και μέσω σχημάτων συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων και της αμυντικής βιομηχανίας, τα οποία αξίζει να μελετηθούν.
Η Τουρκία διακρίνεται μεταξύ όλων των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ κατά το ότι η συμμετοχή της στις επιχειρήσεις της Συμμαχίας δεν δεσμεύεται από τα πολιτικά κωλύματα που συνήθως απασχολούν την πλειονότητα των κυβερνήσεων των κρατών-μελών. Η ύπαρξη στρατιωτικών δυνατοτήτων και υποδομών δεν σημαίνει αυτομάτως και την ύπαρξη πολιτικής βουλήσεως για τη συμμετοχή σε ειρηνευτικές επιχειρήσεις οι οποίες παραμένουν αντιδημοφιλείς ενώπιον της κοινής γνώμης των ευρωπαϊκών κρατών-μελών.
Η κυβέρνηση Ερντογάν δεν δυσκολεύεται να δικαιολογήσει τη συμμετοχή σε διεθνείς στρατιωτικές αποστολές ενώπιον της δικής της κοινής γνώμης. Ακόμη και η πιθανότητα απωλειών σε ανθρώπινες ζωές δεν φαντάζει ανυπέρβλητο εμπόδιο. Οι νεκροί περιβάλλονται το ένδυμα του μάρτυρος της πίστεως (şehit), και τα γεγονότα ερμηνεύονται από τα υπό κρατικό έλεγχο μέσα ενημερώσεως στο πλαίσιο μιας ισλαμικού τύπου μοιρολατρίας. Οταν λοιπόν συζητηθεί στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ η αποστολή ειρηνευτικών δυνάμεων στην Ουκρανία, την Παλαιστίνη ή αλλού, όλοι γνωρίζουν ότι η Τουρκία αποτελεί τον μοναδικό εταίρο ο οποίος θα συμμετάσχει χωρίς ενδοιασμούς. Τούτο αποτελεί άνευ ετέρου παράγοντα ισχύος και επιρροής.
Κάποιοι θα προσέθεταν στους λόγους ενισχύσεως της Τουρκίας και την ειδική σχέση μεταξύ των προέδρων Ερντογάν και Τραμπ. Πέραν του ότι η εύνοια του προέδρου Τραμπ έχει κατά το παρελθόν αποδειχθεί παροδική, η χρησιμότητά της για την Τουρκία θα είναι μάλλον περιορισμένη, αν δεν συνοδευθεί από την αποκατάσταση των σχέσεών της με τους άλλους θεσμούς που συμβάλλουν στον προσδιορισμό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και στρατηγικής.
Ο Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και επικεφαλής του Προγράμματος Τουρκίας του ΕΛΙΑΜΕΠ
Πηγή: tanea.gr

