Μόλις ένα χρόνο μετά την επεισοδιακή εκλογή του στην καγκελαρία στη Γερμανία και εν μέσω κυβερνητικής δυστοκίας, τα ποσοστά αποδοχής του Φρίντριχ Μερτς βρίσκονται στο ναδίρ
Ο Φρίντριχ Μερτς έχει πετύχει κάτι που φάνταζε ακόμη και για τον ίδιο δύσκολο, όταν ανέλαβε την καγκελαρία στη Γερμανία πριν από σχεδόν ένα χρόνο: είναι πλέον ο λιγότερο δημοφιλής πολιτικός στη χώρα του, αλλά kai μεταξύ 24 αρχηγών κρατών ανά τον κόσμο.
Αντιμέτωπος με τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν -για τον οποίο κατηγορεί τώρα όψιμα τις ΗΠΑ για έλλειψη στρατηγικής– ξύνει πια τον «πάτο του βαρελιού» στις δημοσκοπήσεις.
Όπως στην τελευταία του ινστιτούτου INSA για την συντηρητική ταμπλόιντ Bild, όπου είναι τελευταίος μεταξύ των 20 κορυφαίων πολιτικών της Γερμανίας.
Δεν είναι μόνο ότι τον περνούν σε δημοτικότητα σχεδόν όλοι οι ηγέτες των άλλων μεγάλων πολιτικών κομμάτων -από τους συγκυβερνώντες Σοσιαλδημοκράτες, μέχρι το ακροδεξιό AfD και τους Πράσινους- αλλά και επτά στελέχη της κυβερνητικής Χριστιανικής Ένωσης.
Από υπουργούς του κόμματός του, των Χριστιανοδημοκρατών (CDU), μέχρι τον αρχηγό των «αδελφών» Βαυαρών Χριστιανοκοινωνιστών (CSU), Μάρκους Ζέντερ.
Ακόμα και μεταξύ των ψηφοφόρων της «Χριστιανικής Ένωσης» τα πάει χάλια, με μόλις το 10% των ερωτηθέντων να έχει θετική γνώμη για τον Μερτς, έναντι 58% που έχει αρνητική γνώμη.
Στην ανατολική Γερμανία η εικόνα είναι ακόμη πιο ζοφερή, με το 12% ικανοποιημένους και σχεδόν το 80% δυσαρεστημένους από τον καγκελάριό τους.
Στο φόντο είναι μια σειρά δυσοίωνων δημοσκοπήσεων για τον Φρίντριχ Μετρς.
Φρέσκια δημοσκόπηση του Forsa για τα δίκτυα RTL και ntv δείχνει ότι το 83% των Γερμανών είναι δυσαρεστημένοι με το έργο του, ένα νέο αρνητικό ρεκόρ.
Σύμφωνα με το αμερικανικό ινστιτούτο έρευνας κοινής γνώμης Morning Consult, ο Γερμανός καγκελάριος συγκέντρωσε αυτόν τον μήνα το μεγαλύτερο ποσοστό αποδοκιμασίας της πολιτικής του (76%) μεταξύ 24 δημοκρατικά εκλεγμένων ηγετών, συμπεριλαμβανομένου του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ.
Ο ρυθμός της πολιτικής φθοράς του ξεπερνά κατά πολύ αυτόν του σοσιαλδημοκράτη προκατόχου του, Όλαφ Σολτς, ο οποίος στην τελική πάσχιζε να κουμαντάρει έναν ετερόκλητο τρικομματικό κυβερνητικό συνασπισμό «φανάρι».

Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς με στελέχη της κεντροδεξιάς Χριστιανής Ένωσης, στο Βερολίνο (REUTERS/Annegret Hilse)
Ο Μερτς και το έλλειμμα εμπιστοσύνης
Όταν ο λεγόμενος «μεγάλος συνασπισμός» μεταξύ Χριστιανής Ένωσης και Σοσιαλδημοκρατών ανέλαβε προ έτους το «τιμόνι» στην ασθμαίνουσα «ατμομηχανή της Ευρώπης», το έκανε υποσχόμενος οικονομική ανανέωση, δημοσιονομική πειθαρχία και αυστηρότερη στάση στο μεταναστευτικό.
Ενώ πρωτοστατεί ευρωπαϊκά υπό τον Μερτς στο τελευταίο, έλυσε το συνταγματικό «φρένο χρέους» για να επανεξοπλιστεί η Γερμανία απέναντι στον ρωσικό «μπαμπούλα» και να θησαυρίσει η αμυντική βιομηχανία της, όμως η οικονομική ανάπτυξη παραμένει μακρινή.
Μόλις τις προάλλες, η Γερμανία μείωσε τις σχετικές προβλέψεις της για φέτος και του χρόνου, στο 0,5% του ΑΕΠ (από 1%) για αυτό το έτος και στο 0,9% (από 1,3%) για το 2027.
Τούτων δοθέντων, το 73% των Γερμανών δηλώνει στις τελευταίες δημοσκοπήσεις δυσαρεστημένο από το έργο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και μόλις το 20% ικανοποιημένο.
Η απώλεια εμπιστοσύνης είναι ακόμη πιο μεγάλη στις τάξεις των επιχειρηματιών.
Έρευνα του ινστιτούτου Civey για λογαριασμό του φετινού Οικονομικού Φόρουμ των Σοσιαλδημοκρατών κατέδειξε ότι σχεδόν τα τέσσερα πέμπτα (78,4%) των στελεχών επιχειρήσεων δεν πιστεύουν ότι η γερμανική κυβέρνηση είναι ικανή να αυξήσει αισθητά την οικονομική ανάπτυξη στη Γερμανία, μέσω μεταρρυθμίσεων.
Ένα 18,3% παραμένει αισιόδοξο.
Το 3,3% δεν εκφέρει γνώμη.
Αυτό αντανακλάται φυσικά και στις μετρήσεις της πρόθεσης ψήφου, όπου το AfD είναι σταθερά πια πρώτο, με 27-28% στις τελευταίες δημοσκοπήσεις των Forsa και Insa.
Η κεντροδεξιά Χριστιανική Ένωση έχει πέσει στο 22-23,5%, μετρώντας συνεχώς απώλειες.
Οι Σοσιαλδημοκράτες έχουν συρρικνωθεί στο 12-14%, ενίοτε πίσω από τους Πράσινους (12,5-15%), ενώ ακολουθεί το αριστερό Die Linke (11-12%).
Η λαϊκή απογοήτευση έχει αυξηθεί όχι μόνο λόγω της ασθενικής ανάπτυξης, αλλά και των αθετημένων υποσχέσεων της κυβέρνησης, που έπειτα από ένα χρόνο στην εξουσία δεν έχει βρει τα πατήματά της.
Αιτία δεν είναι μόνο οι κόντρα ατζέντες των δύο κυβερνητικών εταίρων σε πολλά ζητήματα, και δη κοινωνικά, αλλά όλο και συχνότερα η στάση του ίδιου του Μερτς.

Ένας συνοφρυωμένος Φρίντριχ Μερτς κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης της Εκτελεστικής Επιτροπής της κοινοβουλευτικής ομάδας CDU/CSU, στις 27 Απριλίου (REUTERS/Annegret Hilse)
Εκτός συνόρων ισχυρός, εντός… μετεξεταστέος
Το γεγονός ότι οι Γερμανοί δεν πολυσυμπαθούν τον Φρίντριχ Μερτς δεν είναι είναι κάτι εντελώς καινούργιο.
«Ήταν ήδη μια από τις πιο αντιδημοφιλείς πολιτικές προσωπικότητες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία κατά την πρώτη του περίοδο ως ενεργός πολιτικός, στις αρχές της δεκαετίας του 2000», υπενθυμίζει ο διευθυντής του ινστιτούτου Forsa, Μάνφρεντ Γκούλνερ.
Αφότου επέστρεψε στη γερμανική πολιτική σκηνή το 2018, στο τέλος της εποχής Μέρκελ -έχοντας στο μεσοδιάστημα πλουτίσει ως στέλεχος και λομπίστας τραπεζικών κολοσσών, συμπεριλαμβανομένης της αμερικανικής BlackRock- δεν κατάφερε ποτέ να συνδεθεί με τον μέσο Γερμανό.
Ενώ καλλιεργεί ηγετικό προφίλ στην Ευρώπη, στο εσωτερικό της χώρας του έχει τη φήμη αλαζόνα πολιτικού.
Οι αμφιταλαντεύσεις του σε κρίσιμα γεωπολιτικά ζητήματα (όπως η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και ο πόλεμος στο Ιράν), τα συνεχή επικοινωνιακά «φάλτσα» του (από τις εμπρηστικές θέσεις του σε κοινωνικά ζητήματα, με τελευταίο δείγμα το θέμα των συντάξεων, έως το αναμάσημα ακροδεξιάς φρασεολογίας για το μεταναστευτικό) και, φυσικά, η αδυναμία της γερμανικής οικονομίας δεν τον έχουν βοηθήσει να κερδίσει πόντους.
Όχι μόνο στις τάξεις των συμπατριωτών του, αλλά και στην κυβέρνηση ή ακόμη και στο ίδιο του το κόμμα.
Στην έρευνα της Civey, οι εκπρόσωποι των επιχειρήσεων εντόπισαν τέσσερα βασικά «αποφασιστικά εμπόδια» που εμποδίζουν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να παρουσιάσει ένα ενιαίο μέτωπο.
Αφορούν τους ελιγμούς των κυβερνητικών εταίρων (52,9%), την έλλειψη αποφάσεων πρακτικής σημασίας για την επιχειρηματική κοινότητα (39,8%), την απουσία κοινού οράματος (36,0%) και την έλλειψη προθυμίας για συμβιβασμό (31,1%).
Το περιώνυμο «φθινόπωρο των μεταρρυθμίσεων» έχει τώρα παραταθεί μέχρι το καλοκαίρι, με αβέβαιο αποτέλεσμα και μπόλικη ενδοκυβερνητική φαγωμάρα και φανφάρα.
Ο εκνευρισμός περισσεύει από τη συνεχή πολιτική φθορά.
Υπάρχουν αυξανόμενες επικρίσεις στον σκληροπυρηνικό Μερτς από τους μετριοπαθείς του CDU και πιέσεις στην ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών από την αριστερή πτέρυγα του κόμματος.
Και ο χρόνος μετρά αντίστροφα για τις κρίσιμες κρατιδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου…
Πηγή: in.gr

