Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι μια συμφωνία για τον τερματισμό της σύγκρουσης με το Ιράν βρίσκεται κοντά. Ωστόσο, οι προηγούμενες προβλέψεις του αποδείχθηκαν είτε υπεραισιόδοξες είτε αποτέλεσμα εσφαλμένης εκτίμησης των προθέσεων της Τεχεράνης.
Δεν προκαλεί έκπληξη ότι οι νέοι ισχυρισμοί του Τραμπ περί επικείμενης συμφωνίας αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό, τόσο από τα συντηρητικά γεράκια όσο και από τους Δημοκρατικούς. Και οι δύο πλευρές θεωρούν ότι ο Πρόεδρος ενδέχεται να υποχωρήσει σε μια δυσμενή για τις ΗΠΑ συμφωνία.
Η πιθανότητα μιας μη ιδανικής ειρήνης, που θα αφήσει ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα, φαίνεται να αποτελεί την πιο ρελιστική διέξοδο από έναν πόλεμο που ξεκίνησε χωρίς ευρεία διαβούλευση με το Κογκρέσο ή τον αμερικανικό λαό. Παράλληλα, η διπλωματική κινητικότητα δείχνει ότι μια συμφωνία για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και τη χαλάρωση του αποκλεισμού ιρανικών πλοίων είναι πιθανή, σύμφωνα με το CNN.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία για νέες συνομιλίες, με στόχο τον περιορισμό των πυρηνικών φιλοδοξιών του Ιράν. Η διεθνής κοινότητα θα χαιρέτιζε μια πιο σταθερή συμφωνία, καθώς θα μετρίαζε τις ενεργειακές πιέσεις και τις οικονομικές αναταράξεις που προκάλεσε η κρίση.
Πολιτικές πιέσεις και διπλωματικά διλήμματα
Στην Ουάσινγκτον, ο πόλεμος με το Ιράν έχει μετατραπεί σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. Η κυβέρνηση αποφεύγει να αναγνωρίσει λάθη, ενώ οι επικριτές της τονίζουν ότι υποτίμησε την ανθεκτικότητα της Τεχεράνης. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως η πλειονότητα των Αμερικανών αντιτίθεται στη συνέχιση των εχθροπραξιών.
Παρά τις πιέσεις, η προοπτική μιας ειρηνευτικής συμφωνίας δεν εγγυάται πολιτικό όφελος για τον Τραμπ. Οποιαδήποτε δέσμευση του Ιράν να εγκαταλείψει την επιδίωξη πυρηνικών όπλων θα αντιμετωπιστεί με καχυποψία στην Ουάσινγκτον, ενώ η προτεινόμενη περίοδος των 60 ημερών για διαπραγματεύσεις θεωρείται ανεπαρκής.
Επιπλέον, η ασάφεια γύρω από τη στάση της Τεχεράνης μετά τον θάνατο κορυφαίων ηγετών δημιουργεί αβεβαιότητα. Τα αντικρουόμενα μηνύματα από το Ιράν ενισχύουν την εντύπωση ότι οι νέοι ηγέτες αισθάνονται νικητές, παρά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα της χώρας.
Αμφισβήτηση από Ρεπουμπλικάνους και Δημοκρατικούς
Η προοπτική συμφωνίας έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ο γερουσιαστής Τομ Τίλις εξέφρασε αμφιβολίες για το κατά πόσο η Ουάσινγκτον μπορεί να αποδεχθεί την ύπαρξη ιρανικού πυρηνικού υλικού, ενώ ο Ρότζερ Γουίκερ προειδοποίησε ότι η αναζήτηση συμβιβασμού θα μπορούσε να εκληφθεί ως «αδυναμία».
Από την πλευρά του, ο Λίντσεϊ Γκράχαμ προειδοποίησε ότι η ενίσχυση της θέσης του Ιράν στα Στενά του Ορμούζ θα ανατρέψει την περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων. Παράλληλα, δημοκρατικοί γερουσιαστές όπως ο Κόρι Μπούκερ και ο Κρις Βαν Χόλεν εξέφρασαν φόβους ότι η προτεινόμενη συμφωνία δεν αντιμετωπίζει ουσιαστικά το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο απέρριψε τις ανησυχίες, δηλώνοντας ότι είναι «παράλογο» να θεωρείται πως ο Πρόεδρος θα αποδεχθεί συμφωνία που θα ενισχύσει το Ιράν. Ο ίδιος ο Τραμπ τόνισε ότι δεν υπάρχει λόγος βιασύνης, γράφοντας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πως «ο χρόνος είναι με το μέρος μας».
Οικονομικές επιπτώσεις και επόμενα βήματα
Καθώς οι τιμές του φυσικού αερίου αυξάνονται και η δημοτικότητα του Προέδρου μειώνεται, κορυφαίοι Ρεπουμπλικάνοι επισημαίνουν ότι μια συμφωνία θα μπορούσε να ανακουφίσει τους πολίτες. Ο Κέβιν Άσετ εκτίμησε ότι η επανέναρξη των εξαγωγών πετρελαίου θα οδηγήσει σε πτώση των τιμών, ενώ ο βουλευτής Byron Donalds προέβλεψε μείωση του κόστους ενέργειας στις ΗΠΑ.
Ωστόσο, οικονομικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι η ανάκαμψη μετά το κλείσιμο των Στενών θα είναι αργή. Σύμφωνα με τη JPMorgan, η μέση τιμή του πετρελαίου αναμένεται να παραμείνει στα 97 δολάρια το βαρέλι για το υπόλοιπο του έτους.
Τα κρίσιμα ερωτήματα για τον Τραμπ
Ο Πρόεδρος καλείται να απαντήσει σε δύο βασικά ερωτήματα: Πρώτον, αν η τελική του συμφωνία θα είναι αυστηρότερη από εκείνη του Μπαράκ Ομπάμα το 2015, η οποία περιλάμβανε αυστηρούς μηχανισμούς επαλήθευσης. Και δεύτερον, αν η στρατηγική του πολέμου και της πίεσης έχει τελικά βελτιώσει τη θέση των ΗΠΑ απέναντι στο Ιράν.
Το γεγονός ότι αυτά τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά αναδεικνύει το δίλημμα του Τραμπ: η συνέχιση του πολέμου ενέχει πολιτικό και οικονομικό ρίσκο, ενώ η ειρήνη με μη ιδανικούς όρους μπορεί να αποδειχθεί εξίσου δύσκολη και αντιδημοφιλής επιλογή.
Πηγή: tanea.gr

