Πλημμύρες, ακραίοι καύσωνες, λειψυδρία: τα χειροπιαστά αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής δεν αφορούν μόνο τον άνθρωπο και την καθημερινότητά του.
Η κλιματική αλλαγή αναμένεται να μεταβάλει σημαντικά και τις περιβαλλοντικές συνθήκες που διέπουν τη γεωργική παραγωγή.
Τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής τα βιώνουμε ήδη στη χώρα μας. Οι βροχοπτώσεις μειώνονται (η φετινή χρονιά ήταν καλή για την Ελλάδα, όχι όμως και οι τρεις προηγούμενες οι οποίες ήταν άνυδρες), η μέση θερμοκρασία κάθε μήνα αυξάνεται, καύσωνες μεγάλης διάρκειας κάνουν ολοένα και πιο συχνά την εμφάνιση τους, ενώ οι βίαιες πυρκαγιές οδηγούν σε καταστροφή πολλών και μεγάλων εκτάσεων.
Η παραπάνω πραγματικότητα καθιστά αναγκαία την υιοθέτηση αξιόπιστων προσεγγίσεων για την αξιολόγηση της μελλοντικής καταλληλότητας και παραγωγικότητας των καλλιεργειών. Ειδικότερα οι ελιές, καλλιέργεια εμβληματική για τη Μεσόγειο, «υποφέρουν» με διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με την εποχή εξαιτίας των αλλαγών στο κλίμα.
Τον χειμώνα, οι υψηλές θερμοκρασίες που επικρατούν πια προκαλούν πρόβλημα στην καρποφορία των δέντρων.
Τους καλοκαιρινούς μήνες οι έντονοι καύσωνες οδηγούν στη συρρίκνωση των καρπών με αποτέλεσμα τη χαμηλότερη περιεκτικότητα σε λάδι.
Όπως σημειώνεται και σε άρθρο στον κόμβο climatebook: Η ελιά είναι ανθεκτικό δέντρο, αλλά όχι άτρωτο. Η αύξηση της θερμοκρασίας, οι μεγαλύτερες περίοδοι ξηρασίας και τα ακραία καιρικά φαινόμενα μπορούν να επηρεάσουν την παραγωγή και την ποιότητα του ελαιόλαδου. Το στοίχημα των επόμενων δεκαετιών δεν είναι μόνο πού φυτεύουμε ελιές, αλλά πώς προσαρμόζουμε την καλλιέργεια σε ένα κλίμα που αλλάζει.
Η μελέτη του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης – 2 σενάρια
Με βάση την παραπάνω παραδοχή, ομάδα του τμήματος Μηχανικών Περιβάλλοντος του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης εκπόνησε μελέτη για το πλαίσιο κλιματικής καταλληλότητας για τις ελαιοκαλλιέργειες με βάση τα φυσιολογικά κριτήρια για την καλλιέργεια της ελιάς (Olea europaea L.) σε ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου.
Τα μέλη της ομάδας ενσωμάτωσαν τις ειδικές για αυτήν την καλλιέργεια κλιματικές απαιτήσεις, οι οποίες προέρχονται από τη βάση δεδομένων EcoCrop του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (Food and Agriculture Organization).
Οι κλιματικές απαιτήσεις της ελαιοκαλλιέργειας περιλαμβάνουν: τη θερμοκρασία, τις βροχοπτώσεις, την ηλιακή ακτινοβολία, τις εδαφολογικές συνθήκες και το υψομέτρο. Στα σενάρια που εξέτασε το ΔΠΘ, τα παραπάνω στοιχεία συνδυάστηκαν με τον όγκο παραγωγής σε κάθε χώρα.
Η μελλοντική κλιματική καταλληλότητα για τις ελαιοκαλλιέργειες αξιολογήθηκε στο πλαίσιο δύο σεναρίων για το μελλοντικό κλίμα μέχρι το τέλος του αιώνα μας που είναι γνωστά ως«Κοινές Κοινωνικοοικονομικές Διαδρομές» (Shared Socioeconomic Pathways -SSP).
Εξετάστηκαν τρεις μελλοντικές περίοδοι (2041–2060, 2061–2080 και 2081–2100), και έγινε εκτίμηση της δυνητικής παραγωγής ελιάς.
Ενα πρώτο βασικό συμπέρασμα
Η Αλεξάνδρα Γκεμιτζή, καθηγήτρια στο Τμήμα Μηχανικών Περιβάλλοντος ΔΠΘ και επικεφαλής της μελέτης λέει μιλώντας στο in πως αν και η κλιματική αλλαγή δημιουργεί ευκαιρίες για την ελαιοκαλλιέργεια σε περιοχές που καθίστανται πλέον κατάλληλες, η μελλοντική παραγωγή θα εξαρτηθεί και από άλλους παράγοντες εκτός από την της κλιματική καταλληλότητα.
Η ίδια εξηγεί: «Η διαθεσιμότητα άρδευσης, η δημιουργία ελαιώνων, η επιλογή ποικιλιών, οι υποδομές, η οικονομική βιωσιμότητα και η αποδοχή από τους αγρότες είναι κρίσιμοι παράγοντες για το μέλλον των ελαιοκαλλιεργειών πανευρωπαϊκά. Κατά συνέπεια, οι εκτιμήσεις παραγωγής που παρουσιάζονται στη μελέτη μας θα πρέπει να ερμηνεύονται ως δυνητική παραγωγή υπό κλιματικά κατάλληλες συνθήκες και όχι ως προβλέψεις της πραγματικής μελλοντικής παραγωγής».
Παρ’ όλα αυτά, το προτεινόμενο πλαίσιο παρέχει μια διαφανή και βασισμένη στη φυσιολογία μεθοδολογία για την ενσωμάτωση της κλιματικής καταλληλότητας στην εκτίμηση της παραγωγής σε ευρεία κλίμακα.
Το σενάριο της «Μέσης Οδού»
Το σενάριο που αποκαλείται SSP2 είναι το πρώτο από τα σενάρια που αναλύθηκαν.
Η κ. Γκεμιτζή εξηγεί πως σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, αυτό είναι και το πιθανότερο μελλοντικό σενάριο.
Αποτελεί τη «Μέση Οδό» και περιγράφει μια μεσαία πορεία όσον αφορά τις προκλήσεις του μετριασμού των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και της προσαρμογής στο μελλοντικό κλίμα.
Το σενάριο αυτό περιγράφει μια σταθερή αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα, με την προβλεπόμενη αύξηση της θερμοκρασίας στο τέλος του αιώνα να πλησιάζει τους 3 °C σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα.
Από την άλλη πλευρά, το SSP2 δείχνει επίσης ότι η αύξηση της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας μπορεί να περιοριστεί σε επίπεδο κάτω των 2 °C, υπό την προϋπόθεση της εφαρμογής αυστηρών κλιματικών πολιτικών σε όλο τον κόσμο.
Το χειρότερο σενάριο
Το δεύτερο σενάριο που εξετάστηκε ήταν το SSP5, το οποίο αποτελεί το χειρότερο (αλλά και το πιο απίθανο) αφήγημα του μελλοντικού κόσμου, με προβλεπόμενη αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη στο τέλος του αιώνα να υπερβαίνει τους 4 °C.
Τα αποτελέσματα που προκύπτουν από το μοντέλο αυτού του σεναρίου υποδεικνύουν μια προοδευτική ανακατανομή της καταλληλότητας για την ελιά με επέκταση προς τα βόρεια καθ’ όλη τη διάρκεια του 21ου αιώνα.
Πώς υπολογίστηκε η παραγωγή κάθε χώρας
Για τον υπολογισμό της δυνητικής παραγωγής ελιάς υπό τις τρέχουσες και μελλοντικές κλιματικές συνθήκες έγινε χρήση ενός πλαισίου παραγωγής σταθμισμένης βάσει καταλληλότητας, το οποίο ενσωματώνει: την κλιματική καταλληλότητα, χάρτες χωρικής καταλληλότητας και παρατηρούμενα στατιστικά στοιχεία για την παραγωγή ελιάς σε εθνικό επίπεδο.
«Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στην υπόθεση ότι οι κλιματικά κατάλληλες περιοχές συμβάλλουν αναλογικά στην παραγωγή ελιάς ανάλογα με τη βαθμολογία καταλληλότητάς τους, ενώ η αποδοτικότητα της παραγωγής ανά χώρα εκφράζεται μέσω ενός συντελεστή βαθμονόμησης που προκύπτει από τα παρατηρούμενα στοιχεία παραγωγής» εξηγεί η κ. Γκεμιτζή.
Οι πιθανότητες βάσει των σεναρίων
Σε σύγκριση με το παρόν, οι κλιματικά κατάλληλες περιοχές αυξάνονται έως και +42,0% σύμφωνα με το σενάριο SSP2, ενώ σύμφωνα με το σενάριο SSP5 η κατάλληλη έκταση κορυφώνεται στο +39,5% κατά την περίοδο 2041–2060, πριν μειωθεί στο +25,6% μέχρι το τέλος του αιώνα.
«Εν ολίγοις, αυξάνονται οι κατάλληλες περιοχές που θα μπορούσαν να καλλιεργηθούν με ελιές. Στο πρώτο σενάριο SSP2 αυξάνονται συνεχώς. Στο δεύτερο σενάριο SSP5 κορυφώνονται στο μέσο περίπου του αιώνα αλλά μετά υπάρχει μια κάμψη. Σε κάθε περίπτωση και στα δύο σενάρια οι κατάλληλες εκτάσεις αυξάνονται» εξηγεί η κ. Γκεμιτζή.
Όμως, παρά την επέκταση της κατάλληλης γης, ο μέσος δείκτης καταλληλότητας αν και παραμένει στις περισσότερες περιοχές σταθερά υψηλός (>0,75 σε μια κλίμακα καταλληλότητας από 0 ως 1) μειώνεται σταδιακά, υποδηλώνοντας ότι οι νέες κατάλληλες περιοχές παρέχουν γενικά λιγότερο ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες από τις παραδοσιακές ελαιοκαλλιεργητικές περιοχές.
Εικόνα 1. Καταλληλότητα περιοχών της Μεσογείου για ελαιοκαλλιέργεια μέχρι το τέλος του 21ου αιώνα σύμφωνα με το SSP2 (το καλό σενάριο)
Εικόνα 2. Καταλληλότητα περιοχών της Μεσογείου για ελαιοκαλλιέργεια μέχρι το τέλος του 21ου αιώνα σύμφωνα με το SSP5 (το χειρότερο σενάριο) Οι περιοχές των Βαλκανίων, οι παράκτιες περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, αρκετές περιοχές στην Τουρκία, όπως και η Γαλλία, φαίνεται να ευνοούνται από την αλλαγή του κλίματος ως προς τη δυνατότητα ελαιοκαλλιέργειας.
Από πού θα «φύγουν» και που θα… μετακομίσουν οι ελαιοκαλλιέργειες
Ποιες αλλαγές αναμένουν οι ειδικοί;
Η Ισπανία, το Μαρόκο, η Αλγερία, η Τυνησία και η Συρία παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες μειώσεις στην κατάλληλη έκταση και στο παραγωγικό δυναμικό, γεγονός που οφείλεται κυρίως στην προβλεπόμενη μελλοντική μείωση των βροχοπτώσεων.
Αντίθετα, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Σερβία, η Κροατία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, το Μαυροβούνιο, η Σλοβενία, περιοχές γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα, καθώς και περιοχές της Γαλλίας και της Κεντρικής Ευρώπης γίνονται ολοένα και πιο ευνοϊκές για την ελαιοκαλλιέργεια, ενώ περαιτέρω εξάπλωση βορειότερα φαίνεται να περιορίζεται λόγω κυρίως της μειωμένης ηλιακής ακτινοβολίας σε μεγαλύτερα γεωγραφικά πλάτη.
Εικόνα 3. Αύξηση και μείωση των κατάλληλων για ελαιοκαλλιέργεια περιοχών σε σύγκριση με σήμερα σύμφωνα με τα σενάρια SSP2 και SSP5. Οπως φαίνεται στην εικόνα, όλη η Β. Αφρική και η Συρία θα αντιμετωπίσουν σημαντικές προκλήσεις στον τομέα της παραγωγής ελιάς, λόγω κυρίως της μείωσης της βροχόπτωσης αλλά και των υψηλών θερμοκρασιών που αυξάνουν την απώλεια νερού στην ατμόσφαιρα.
Συνολικά και τα δύο σενάρια υποδηλώνουν μια σημαντική ανακατανομή του παραγωγικού δυναμικού της ελιάς σε ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου, με μείωση της παραγωγής σε αρκετές παραδοσιακές χώρες παραγωγής και αύξηση του παραγωγικού δυναμικού σε αναδυόμενες ελαιοπαραγωγικές περιοχές.
Τι θα συμβεί με τις παραδοσιακά ελαιοπαραγωγικές χώρες – Χαμένοι και κερδισμένοι
Σύμφωνα με το πιθανότερο σενάριο, το «αισιόδοξο», δηλαδή το SSP2, οι μεγαλύτερες ελαιοπαραγωγικές χώρες παρουσιάζουν αντίθετες τάσεις.
Η Ισπανία, παρά το γεγονός ότι παραμένει η κυρίαρχος παραγωγός, προβλέπεται να σημειώσει μια μέτρια μείωση του παραγωγικού δυναμικού, συνοδευόμενη από σημαντική απώλεια κατάλληλης έκτασης.
Πιο έντονες μειώσεις της παραγωγής παρατηρούνται στο Μαρόκο, την Αλγερία, την Τυνησία και τη Συρία.
Η Ιταλία, η Ελλάδα και η Πορτογαλία διατηρούν σταθερή ή ελαφρώς αυξημένη παραγωγή, γεγονός που αντανακλά τη διατήρηση ευνοϊκών κλιματικών συνθηκών.
Μεταξύ των μικρότερων παραγωγών, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η Βόρεια Μακεδονία, το Μαυροβούνιο και ιδίως η Σλοβενία παρουσιάζουν σημαντικές σχετικές αυξήσεις στο παραγωγικό δυναμικό, λόγω της μεγάλης επέκτασης των κλιματικά κατάλληλων εκτάσεων που θα προκύψουν στο μέλλον.
Εικόνα 4. Κατάλληλες για ελαιοκαλλιέργεια εκτάσεις ανά χώρα (σε km2), ως το τέλος του 21ου αιώνα σύμφωνα με τα μελλοντικά σενάρια SSP2 και SSP5. Η Ισπανία, το Μαρόκο, η Αλγερία, η Τυνησία και η Συρία παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες μειώσεις στην κατάλληλη έκταση και στο παραγωγικό δυναμικό, γεγονός που οφείλεται κυρίως στην προβλεπόμενη μελλοντική μείωση των βροχοπτώσεων
Εικόνα 5. Μεταβολές της δυνητικής παραγωγής ελιάς σε επίπεδο χώρας, σύμφωνα με το σενάριο SSP2, για την περίοδο 2081–2100 σε σύγκριση με το παρόν. Το μέγεθος των φυσαλίδων αντιπροσωπεύει την απόλυτη μεταβολή της κλιματικά κατάλληλης έκτασης (ha) στις χώρες με τη μεγαλύτερη σύγχρονη παραγωγή. Οι χώρες με τις μεγάλες φυσαλίδες οι οποίες χάνουν κατάλληλες εκτάσεις στο μέλλον, αναμένεται να δουν και σημαντική μείωση στην παραγωγή τους σε σχέση με την σύγχρονη ελαιοπαραγωγή. Αυτές είναι κυρίως η Τυνησία, Αλγερία, Συρία και σε μικρότερο βαθμό το Μαρόκο και η Ισπανία. Αντίθετα η χώρα μας όπως και η Ιταλία αναμένεται να έχουν αυξημένη παραγωγή μέχρι το τέλος του παρόντος αιώνα.
Η κ. Γκεμιτζή τονίζει πως το παραπάνω προτεινόμενο πλαίσιο που ετοιμάσε η ομάδα του ΔΠΘ παρέχει μια μεθοδολογία για τη σύνδεση της κλιματικής καταλληλότητας με βάση φυσιολογικά κριτήρια με την εκτίμηση της παραγωγής, προσφέροντας πολύτιμη υποστήριξη για τον σχεδιασμό της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και τη βιώσιμη ελαιοκαλλιέργεια υπό τις μελλοντικές συνθήκες της κλιματικής αλλαγής.
«Μελλοντική έρευνα θα πρέπει να συνδυάσει το παρόν πλαίσιο με μοντέλα καλλιεργειών βασισμένα σε διαδικασίες με αξιολογήσεις διαθεσιμότητας νερού, σενάρια άρδευσης και ειδικές για κάθε ποικιλία καλλιεργητικές πρακτικές, προκειμένου να βελτιωθούν οι εκτιμήσεις παραγωγής υπό μελλοντικές κλιματικές συνθήκες» σημειώνει η επικεφαλής της μελέτης και προσθέτει: «Απαιτείται η ενσωμάτωση κοινωνικοοικονομικών παραγόντων και στρατηγικών προσαρμογής, όπως η ελλειμματική άρδευση».
Η ελλειμματική άρδευση (deficit irrigation) είναι μια γεωργική στρατηγική κατά την οποία οι καλλιέργειες ποτίζονται σκόπιμα με λιγότερο νερό από ό,τι χρειάζονται για τη μέγιστη ανάπτυξή τους. Στόχος είναι η εξοικονόμηση νερού και η μείωση του κόστους της γεωργίας, διατηρώντας παράλληλα υψηλή την ποιότητα των καλλιεργειών.
Η κ. Γκεμιτζή θέλει να τονίσει και τον λόγο που η ομάδα της θέλησε να προχωρήσει σε αυτή τη μελέτη:
«Η ερευνητική εργασία ξεκινάει συνήθως από κάποιο ερευνητικό ερώτημα ή κάποια παρατήρηση που θα αποτελέσει το έναυσμα για την προσπάθεια απάντησης σε περίπλοκα ερωτήματα.
Στη συγκεκριμένη δουλειά το έναυσμα δόθηκε από την καταστροφή ενός από τους ομορφότερους ελαιώνες στην περιοχή της Χαλκιδικής, που δυστυχώς παραχωρήθηκε προς τουριστική ανάπτυξη χωρίς τους κατάλληλους όρους που θα διασφάλιζαν την επιβίωση αυτού του μοναδικού οικοσυστήματος. Δεν είναι η μοναδική περίπτωση ούτε στη χώρα μας, αλλά ούτε και σε άλλες χώρες με παρόμοια μοτίβα ανάπτυξης. Αλλά όταν η ανάπτυξη δεν συνδυάζεται με ένα αξιοβίωτο περιβάλλον, τότε θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο που διαχειριζόμαστε το πεπερασμένο οικοσύστημα της Γης και ίσως η εργασία μας συμβάλλει με το δικό της τρόπο σε αυτόν τον επανασχεδιασμό».
Πηγή: in.gr

