«Η Ισπανία είναι κόρη της μετανάστευσης και δεν θα γίνει μητέρα της ξενοφοβίας» δήλωσε εμφατικά ο Πέδρο Σάντσεθ από το βήμα του συνεδρίου της Παγκόσμιας Προοδευτικής Κινητοποίησης (Global Progressive Mobilisation) που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο στη Βαρκελώνη. Με αυτή την… τολμηρή τοποθέτηση, ο ισπανός πρωθυπουργός υπερασπίστηκε την πολιτική του για τη νομιμοποίηση 500.000 παράτυπων μεταναστών που ζούσαν στην Ισπανία ήδη για τουλάχιστον 5 μήνες πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2025. Η κίνηση της ισπανικής κυβέρνησης έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με την επικρατούσα λογική «σκληρών συνόρων» και αυστηρής μεταναστευτικής πολιτικής των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών – αλλά και της ίδιας της ΕΕ.
Είναι η πρώτη φορά από τη μεταναστευτική κρίση του 2015, που παρουσιάζεται από κυβέρνηση μια εναλλακτική πρόταση για τη μετανάστευση – και μάλιστα «ανερυθρίαστα», χωρίς να συνοδεύεται από μια απολογία προς τα συντηρητικά στρώματα της κοινωνίας, για τα οποία η μετανάστευση έχει αναχθεί σε ταυτοτικό ζήτημα. Η κυβέρνηση του Σάντσεθ δέχθηκε έντονη κριτική για αυτήν την απόφαση, ειδικά από το κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα (ΡΡ) και το ακροδεξιό Vox. Το ΡΡ προέβαλε την αντίθεσή του σε νομική βάση, κάνοντας λόγο για «επιβράβευση» παράνομα εισελθέντων μεταναστών και για το ενδεχόμενο η πολιτική αυτή να λειτουργήσει ως θέλγητρο για νέους μετανάστες προς την Ισπανία. Από τη μεριά του, το Vox μίλησε για «εισβολή» και για «ισλαμοποίηση» της χώρας.
Η ρητορική αυτή υιοθετήθηκε και αναπτύχθηκε περαιτέρω από άτομα εκτός Ισπανίας, όπως ο δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας Ιλον Μασκ, ο οποίος αναδημοσίευσε στο Χ ανάρτηση που υποστήριζε ότι η νομιμοποίηση των μεταναστών ήταν μια προσπάθεια εκλογικής χειραγώγησης. Ομως, η νομοθετική ρύθμιση δεν συνεπάγεται εκλογικά δικαιώματα για τους «νομιμοποιημένους» μετανάστες, αλλά τους παρέχει άδεια διαμονής και εργασίας, καθώς και πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες (π.χ. κοινωνική ασφάλιση, νοσοκομεία) για ένα έτος, στο πέρας του οποίου η άδεια μπορεί να ανανεωθεί. «Ο Αρης μπορεί να περιμένει. Η ανθρωπότητα όχι» ήταν η απάντηση του Πέδρο Σάντσεθ στον Μασκ, που είναι θερμός υποστηρικτής του εποικισμού του γειτονικού μας πλανήτη.
Δημογραφικό και οικονομία
Πέρα από την πολιτική αντιπαράθεση που προκάλεσε, η πολιτική της ισπανικής κυβέρνησης έχει ως στόχο και την αντιμετώπιση του δημογραφικού. Η Ισπανία – όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη – βλέπει τον πληθυσμό της να γερνά, καθώς ο αριθμός γεννήσεων ανά γυναίκα ήταν 1,16 το 2022. Ωστόσο, αντιστέκεται στην τάση της μείωσης του πληθυσμού της χάρη στη μεταναστευτική της πολιτική, με το ισοζύγιο της μετανάστευσης να είναι θετικό από το 2016 και έπειτα, ενώ τα τελευταία χρόνια η τάση αυτή είναι έντονα αυξητική. Το 2022, εγκαταστάθηκαν στην Ισπανία 727 χιλιάδες περισσότεροι άνθρωποι από αυτούς που έφυγαν και το 2023 ήταν 642 χιλιάδες περισσότεροι.
Στην οικονομική της διάσταση, η μετανάστευση συνοδεύεται ιστορικά από θετικά αποτελέσματα στην παραγωγή και την ευημερία των πολιτών. «Η πολιτική νομιμοποίησης μεταναστών στην Ισπανία έχει σαφέστατα οικονομική λογική» λέει στο Int. ο κοσμήτορας της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, Γρηγόρης Ζαρωτιάδης. «Το κεντρικό επιχείρημα δεν είναι άλλο από τον εμπλουτισμό του εγχώριου ανθρωπίνου δυναμικού και η δυνητική ανάπτυξη, σε εύλογο χρονικό διάστημα, σχέσεων οικονομικής (και όχι μόνο) συνεργασίας με τις περιοχές από τις οποίες προέρχονται οι μετανάστες-ριες, η οποία ενισχύει την εξωστρέφεια και την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας οικονομίας».
«Οπως προκύπτει από τις μελέτες που έχουν δημοσιευθεί στα κορυφαία ακαδημαϊκά περιοδικά, η σχέση μετανάστευσης και οικονομίας σε Ευρώπη και ΗΠΑ είναι συνολικά θετική ή ουδέτερη» επισημαίνει από τη μεριά του ο Κωνσταντίνος Σαραβάκος, διευθυντής ερευνών του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) και υποψήφιος διδάκτωρ του ΠΑΜΑΚ. Οπως εξηγεί, η μετανάστευση έχει θετικό αντίκτυπο στην οικονομία υπό την προϋπόθεση η μεταναστευτική πολιτική να εξασφαλίζει την πρόσβαση στην εργασία. «Ως προς την επίδραση στην παραγωγικότητα, σχετική μελέτη στο επιστημονικό περιοδικό Review of Income and Wealth δείχνει ότι η οικονομική μετανάστευση συσχετίζεται με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας» προσθέτει.
Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει για όλες τις κατηγορίες μεταναστών. Οπως λέει στο Int. ο Κωνσταντίνος Σαραβάκος, το αποτέλεσμα είναι θετικό όταν μιλάμε για επιστημονικά καταρτισμένους μετανάστες με υψηλές δεξιότητες, είναι θετικό ή ουδέτερο για όσους έχουν μέτριο επίπεδο δεξιοτήτων και αρνητικό για τους ανειδίκευτους μετανάστες. «Οταν δεν έχεις νόμιμες οδούς μετανάστευσης, προσελκύεις κυρίως μετανάστες με χαμηλό επίπεδο δεξιοτήτων.
Αυτοί δεν έχουν θετική επίπτωση στην οικονομία – όπως συμβαίνει βέβαια και με τους γηγενείς με χαμηλό επίπεδο δεξιοτήτων» εξηγεί. Προσθέτει μάλιστα ότι μεταξύ των γηγενών χαμηλών δεξιοτήτων και των μεταναστών χαμηλών δεξιοτήτων δημιουργείται και ανταγωνισμός στην αγορά εργασίας, ο οποίος μπορεί να προκαλέσει κοινωνική αντίδραση. «Αν υπάρχουν νόμιμες οδοί μετανάστευσης, τότε το αποτέλεσμα είναι θετικότερο, καθώς έτσι προσελκύονται περισσότεροι μετανάστες υψηλών δεξιοτήτων. Επομένως, το ιδανικό θα ήταν να υπάρχουν νόμιμες οδοί μετανάστευσης και πολιτικές ένταξης στην αγορά εργασίας» σημειώνει συμπερασματικά.
Η κοινωνική αντίδραση στη μετανάστευση εστιάζει συνήθως στο ζήτημα της εγκληματικότητας. Συχνά, οι πολέμιοι της μετανάστευσης παραθέτουν στατιστικές που δείχνουν ότι οι μετανάστες έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εγκληματήσουν σε σχέση με τον γηγενή πληθυσμό. Ωστόσο, ο ερευνητής του ΚΕΦΙΜ εξηγεί ότι από τις έρευνες δεν προκύπτει ότι η μετανάστευση συσχετίζεται θετικά με την εγκληματικότητα όταν συγκρίνονται ίδιες κατηγορίες ατόμων. Το πιο σύνηθες προφίλ μετανάστη στην Ευρώπη είναι άνδρες 20-40 ετών. Οταν αυτοί συγκριθούν με τους αντίστοιχους γηγενείς (άνδρες 20-40 ετών από χαμηλά οικονομικά στρώματα), τότε η πιθανότητα τέλεσης εγκλήματος είναι περίπου ίδια. Ρόλο στην ανάπτυξη του αντιμεταναστευτικού αφηγήματος παίζουν και τα ΜΜΕ. Σχετικές μελέτες στη Γερμανία δείχνουν ότι τα ΜΜΕ – ανεξαρτήτως ιδεολογικής κατεύθυνσης – υπερτονίζουν συστηματικά την καταγωγή εγκληματιών όταν δεν είναι Γερμανοί.
«Οι μετανάστες έχουν το μεγαλύτερο κόστος αν εγκληματήσουν, καθώς απειλούνται με απέλαση» επισημαίνει ο Κωνσταντίνος Σαραβάκος και προσθέτει ότι όταν οδηγούνται στην εγκληματικότητα, συνήθως οφείλεται στη μη πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας. «Ερευνες από το London School of Economics (LSE) και το University College London (UCL) έδειξαν ότι η άφιξη στο Ηνωμένο Βασίλειο μεγάλου αριθμού οικονομικών μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη μετά το 2004 δεν αύξησε τη βία. Τα στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι διαφορές οφείλονται κυρίως στις άνισες ευκαιρίες απασχόλησης».
Στην Ελλάδα
Οι θετικές επιπτώσεις της μετανάστευσης στην οικονομία σκιαγραφούνται άλλωστε και από τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) Γιάννη Στουρνάρα στην ετήσια έκθεσή του για το 2025. «Η εφαρμογή πολιτικών που διευκολύνουν την ένταξη μεταναστών στην αγορά εργασίας, ιδίως σε κλάδους όπου καταγράφονται σημαντικές ελλείψεις προσωπικού (όπως η γεωργία, οι κατασκευές και ο τουρισμός), μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην ενίσχυση της προσφοράς εργατικού δυναμικού» αναφέρει. Παράλληλα, κάνει λόγο για την «αποτελεσματική ενσωμάτωση των μεταναστών στην αγορά εργασίας και στην κοινωνία» ως πολιτική που μπορεί να συμβάλει στον μετριασμό των δημογραφικών πιέσεων, ενισχύοντας το εργατικό δυναμικό και τη δυνητική ανάπτυξη της οικονομίας, και προσθέτει ότι «εξακολουθεί να παραμένει ουσιαστική η ανάγκη προσέλκυσης μεταναστών, οι οποίοι θα απασχοληθούν σε κλάδους που παρουσιάζουν ελλείψεις σε εργαζομένους, όπως η γεωργία, οι κατασκευές και ο τουρισμός».
Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική κυβέρνηση έχει δείξει δύο πρόσωπα ως προς τη μετανάστευση. Τον Δεκέμβριο του 2023, τροπολογία του τότε υπουργού Μετανάστευσης Δημήτρη Καιρίδη έθεσε το πλαίσιο για τη νομιμοποίηση περίπου 30.000 μεταναστών. Μάλιστα, η τροπολογία συγκέντρωσε ευρεία πλειοψηφία 262 ψήφων, καθώς υπέρ τάχθηκαν η ΝΔ, ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ, η Πλεύση Ελευθερίας και η Νέα Αριστερά. Η ρύθμιση προέβλεπε τη χορήγηση άδειας διαμονής σε πολίτες τρίτων χωρών που διέμεναν και εργάζονταν στην Ελλάδα χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα για τουλάχιστον τρία χρόνια. Η άδεια χορηγούνταν για τρία έτη, στο πέρας των οποίων οι κάτοχοί της θα μπορούσαν να λάβουν άλλου τύπου νομιμοποιητικά έγγραφα.
Ωστόσο, λίγους μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 2025 η κυβέρνηση (Κυριάκου Μητσοτάκη, πάντα), με υπουργό Μετανάστευσης τον Μάκη Βορίδη, ανέστρεψε αυτή την πολιτική και υιοθέτησε τη λογική ότι «δεν μπορεί να υπάρχει μια στρατηγική επιβράβευσης και νομιμοποίησης αυτού που παρανόμως βρίσκεται εδώ», όπως είχε πει στη Βουλή ο τότε υπουργός. Η «γραμμή» αυτή είναι ακόμα εν ισχύι επί υπουργίας Θάνου Πλεύρη. Ωστόσο, εν ισχύι παραμένουν διμερείς συμφωνίες για τη μετάκληση εργαζομένων από τρίτες χώρες, όπως η Αίγυπτος και το Μπανγκλαντές, που χορηγούν άδεια εργασίας για λίγους μήνες με στόχο την κάλυψη συγκεκριμένων θέσεων εργασίας, κυρίως στον πρωτογενή τομέα.
Ωστόσο, ο Γρηγόρης Ζαρωτιάδης δεν θεωρεί πως η πολιτική που εφαρμόζεται έχει αναπτυξιακή λογική. «Στη χώρα μας δεν έχουμε έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού, αλλά έλλειψη θέσεων εργασίας σε ανταγωνιστικά αντικείμενα, με κατάλληλες σχέσεις και συνθήκες, και με την απαιτούμενη δεδομένων των σύγχρονων συνθηκών και αναγκών αμοιβή. Αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη διακρατικών συμφωνιών για την “εισαγωγή” μεταναστών-ριών δεν σχετίζεται με τις πραγματικές αναπτυξιακές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας – στην καλύτερη περίπτωση εξυπηρετεί τις παράλογες απαιτήσεις για ακόμη μεγαλύτερη εκμετάλλευση της εργασίας από την πλευρά της εργοδοσίας μεγάλης κλίμακας κυρίως» επισημαίνει ο καθηγητής του ΑΠΘ. «Αν θέλει η κυβέρνηση να αναπτύξει πραγματικά την ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, μπορεί να προβεί σε άλλου είδους και περιεχομένου διακρατικές συμφωνίες, που θα οδηγήσουν σε νέες θέσεις εργασίας προς εξυπηρέτηση όλων όσων βρίσκονται στην Ελλάδα».
«Οπως ήταν και θα είναι πάντα, η χώρα μας αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά διεθνοοικονομικά και πολιτικά σταυροδρόμια. Ως τέτοιο θα δέχεται πάντα εισερχόμενους-ες από τις νέες – ή όχι και τόσο – περιοχές προέλευσης, οι οποίοι όμως στη μεγάλη τους πλειονότητα έχουν άλλους προορισμούς» καταλήγει ο Γρηγόρης Ζαρωτιάδης.
Πηγή: tanea.gr

