Η εγκύκλιος του Πάπα Λέοντα XIV «Magnifica Humanitas», που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2026, είναι ένα έγγραφο που δύσκολα θα μπορούσε να συγκριθεί με τον νόμο CHIPS, τον νόμο της ΕΕ για την τεχνητή νοημοσύνη ή τις πιο πρόσφατες καταθέσεις εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην αιχμή της AI.
Ωστόσο, όποιος ασχολείται με την πολιτική οικονομία της τεχνολογίας θα πρέπει να τη διαβάσει προσεκτικά, συστήνει ο Piergiuseppe Fortunato, ανώτερος οικονομολόγος στη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD). Και αυτό, όπως εξηγεί στο Social Europe, όχι επειδή προσφέρει ένα ρυθμιστικό σχέδιο – δεν το κάνει – αλλά επειδή θέτει, με ασυνήθιστη σαφήνεια, ένα ερώτημα που οι περισσότερες πολιτικές συζητήσεις εξακολουθούν να προτιμούν να αποφεύγουν: ποιος κατέχει την εξουσία επί των τεχνολογικών υποδομών που διέπουν όλο και περισσότερο τη συλλογική μας ζωή, και πώς ασκείται αυτή η εξουσία;
Η αρχιτεκτονική του ελέγχου
Η κυρίαρχη αφήγηση σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη επικεντρώνεται στην παραγωγικότητα, τις θέσεις εργασίας και την ανταγωνιστικότητα. Αυτά τα ζητήματα είναι πραγματικά. Ωστόσο, παραβλέπουν τον βαθύτερο μετασχηματισμό που βρίσκεται σε εξέλιξη. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι απλώς μια ακόμη τεχνολογία που ενισχύει την παραγωγικότητα. Είναι μια θεμελιώδης τεχνολογία, η σημασία της οποίας δεν έγκειται μόνο σε αυτό που παράγει, αλλά και σε αυτό που ελέγχει.
Τα προηγμένα συστήματα AI εξαρτώνται από εξαιρετικά συγκεντρωμένες εισροές: υπολογιστική ισχύς υπερμεγέθους, τεράστια ιδιόκτητα σύνολα δεδομένων, εξειδικευμένους ημιαγωγούς και πρωτοποριακά μοντέλα. Ένας μικρός αριθμός εταιρειών – κατά συντριπτική πλειοψηφία αμερικανικές, με λίγες κινεζικές μ- ελέγχουν όλα αυτά ταυτόχρονα. Αυτή η συγκέντρωση δεν είναι τυχαία. Αντανακλά τα απότομα εμπόδια εισόδου και τα ισχυρά φαινόμενα δικτύου που χαρακτηρίζουν την ψηφιακή οικονομία: όσο περισσότερα δεδομένα και υπολογιστική ισχύ διαθέτεις, τόσο καλύτερα είναι τα μοντέλα σου· όσο καλύτερα είναι τα μοντέλα σου, τόσο περισσότερους χρήστες έχεις· όσο περισσότερους χρήστες έχεις, τόσο περισσότερα δεδομένα συλλέγεις. Το αποτέλεσμα είναι μια αυτοενισχυόμενη λογική συσσώρευσης που καθιστά τη δυνατότητα εισόδου ανταγωνιστών δομικά απίθανη.
Αυτό που διακρίνει την παρούσα συγκυρία από προηγούμενα κύματα βιομηχανικής συγκέντρωσης δεν είναι η κλίμακά της, αλλά η φύση της. Σε προηγούμενες εποχές, οι κυρίαρχες επιχειρήσεις ασκούσαν τεράστια οικονομική δύναμη, αλλά η εξουσία για τον καθορισμό των κανόνων παρέμενε σε μεγάλο βαθμό στα χέρια του δημόσιου τομέα. Σήμερα, αυτό το όριο διαβρώνεται. Τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης ενσωματώνονται σε όλους τους τομείς: χρηματοοικονομικά, υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση, δημόσια διοίκηση και επικοινωνίες. Οι εταιρείες που ελέγχουν τα θεμελιώδη μοντέλα και την υπολογιστική υποδομή αποκτούν κάτι που πλησιάζει περισσότερο στη δυνατότητα άσκησης διακυβέρνησης: οι αποφάσεις τους σχετικά με τον σχεδιασμό, την πρόσβαση, την τιμολόγηση και την εφαρμογή των μοντέλων έχουν ευρείες κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες, οι οποίες στο παρελθόν ανήκαν στην αρμοδιότητα των δημοκρατικών θεσμών. Η παπική εγκύκλιος, λοιπόν, αναρωτιέται ποιος ασκεί «εντυπωσιακή κυριαρχία» επί των θεμελιωδών τεχνολογιών, ενώ επισημαίνει ακριβώς αυτή τη μετάβαση.
Το δομικό λάθος στο μοντέλο AI των ΗΠΑ που δεν ευνοεί δημοκρατικές κοινωνίες
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αναπτύξει την πιο φιλόδοξη κρατικά υποστηριζόμενη τεχνολογική στρατηγική στη μεταπολεμική τους ιστορία. Ο νόμος CHIPS, οι έλεγχοι στις εξαγωγές προηγμένων ημιαγωγών και η ευρύτερη κινητοποίηση ομοσπονδιακών πόρων γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη αντανακλούν μια σαφή στρατηγική λογική: το εθνικό πλεονέκτημα στην εποχή της AI πρέπει να οικοδομηθεί και να προστατευθεί ενεργά, και όχι να αφεθεί αποκλειστικά στις δυνάμεις της αγοράς.
Ωστόσο, αυτή η στρατηγική ενέχει μια δομική αντίφαση που δεν έχει ακόμη αναγκαστεί να αντιμετωπίσει. Ένα μοντέλο που συγκεντρώνει την εξουσία στον τομέα των υποδομών σε μια «χούφτα» ιδιωτικών εταιρειών δημιουργεί εξάρτηση του κράτους από το ιδιωτικό κεφάλαιο, κάτι που δεν συνάδει με τη λογική της εθνικής ασφάλειας που υποτίθεται ότι το δικαιολογεί. Το κράτος χρειάζεται αυτές τις εταιρείες για να διατηρήσει το τεχνολογικό του πλεονέκτημα· αυτές οι εταιρείες χρειάζονται τις επιδοτήσεις, την προστασία και τη γεωπολιτική κάλυψη του κράτους. Η ρύθμιση αυτή παρουσιάζεται ως συνεργασία. Στην πράξη, λειτουργεί ως μια κατάσταση αμοιβαίας αλληλοεξάρτησης – στην οποία τα συμφέροντα ασφάλειας των δημοκρατικών κοινωνιών ανατίθενται σε εταιρικούς παράγοντες, των οποίων η πρωταρχική λογοδοσία αφορά τους μετόχους, όχι τους πολίτες.
Όταν οι εταιρείες που ελέγχουν τις θεμελιώδεις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης είναι ταυτόχρονα οι πιο ενεργοί διαμορφωτές του ρυθμιστικού περιβάλλοντος μέσω του οποίου διέπονται αυτές οι ίδιες υποδομές, το όριο μεταξύ κυβερνωμένων και κυβερνώντων γίνεται πραγματικά δύσκολο να εντοπιστεί. Η «περιστρεφόμενη πόρτα» μεταξύ της κυβέρνησης και των πρωτοπόρων εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης δεν αποτελεί απλώς ένα πρόβλημα σύγκρουσης συμφερόντων – είναι ένα σύμπτωμα μιας βαθύτερης κατάστασης: τα δημοκρατικά κράτη στερούνται όλο και περισσότερο της εσωτερικής εμπειρογνωμοσύνης και της ικανότητας να διαχειρίζονται τεχνολογίες που δεν κατασκευάζουν ή δεν λειτουργούν τα ίδια.
Υπάρχει μια ακόμη ευπάθεια που αξίζει να αναφερθεί. Ολόκληρο το μοντέλο βασίζεται στην υπόθεση ότι η τεχνητή νοημοσύνη αιχμής θα συνεχίσει να αποφέρει αυξανόμενες αποδόσεις που θα συγκεντρώνονται σε έναν μικρό αριθμό επιχειρήσεων. Εάν αυτή η υπόθεση αποδυναμωθεί – εάν τα μοντέλα γίνουν φθηνότερα, πιο κατανεμημένα, πιο εμπορευματοποιημένα – η ρύθμιση αυτή θα καταρρεύσει. Οι ιδιωτικοί εταίροι από τους οποίους εξαρτάται το κράτος θα έχαναν την ίδια την ικανότητα που έκανε τη συνεργασία αυτή να φαίνεται στρατηγικά ορθολογική. Η αντίφαση, που προς το παρόν επισκιάζεται από τον ρυθμό της τεχνολογικής αλλαγής και από τις τεράστιες επενδύσεις που τη συνοδεύουν, θα γινόταν τότε αδύνατο να αγνοηθεί.
Ένα «τρίλημμα» της AI
Αξίζει να σταθούμε σε αυτό που αποκαλύπτει το κινεζικό μοντέλο σχετικά με αυτή την αντίφαση – όχι ως εναλλακτικό πρότυπο προς μίμηση, αλλά ως καθρέφτης που δείχνει τι επιλέγει στην πραγματικότητα το αμερικανικό μοντέλο.
Η Κίνα έχει επιλύσει σε μεγάλο βαθμό την ένταση μεταξύ της κρατικής στρατηγικής και της ιδιωτικής τεχνολογικής δύναμης, εξαλείφοντας τη διάκριση που τη δημιουργεί. Στον τομέα της στρατηγικής τεχνολογίας, δεν υπάρχει ουσιαστικός διαχωρισμός μεταξύ των κρατικών στόχων και της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων. Οι υποδομές αντιμετωπίζονται ως εγγενώς δημόσιες. Το αποτέλεσμα είναι ένα μοντέλο τεχνοβιομηχανικής διακυβέρνησης που είναι εσωτερικά συνεκτικό, σε αντίθεση με το αμερικανικό. Το κράτος δεν εξαρτάται από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, επειδή δεν τις αναγνωρίζει ως πραγματικά αυτόνομους παράγοντες.
Αυτή η συνοχή, όμως, έχει το τίμημά της. Το έλλειμμα λογοδοσίας του αμερικανικού μοντέλου – όπου ιδιωτικές εταιρείες ασκούν δημόσια εξουσία χωρίς να λογοδοτούν στο κοινό – δεν επιλύεται στην Κίνα, αλλά μετατοπίζεται από την αγορά στο κόμμα-κράτος. Το κινεζικό μοντέλο αποδεικνύει ότι ο δημόσιος έλεγχος επί στρατηγικών υποδομών είναι εφικτός. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι ένας τέτοιος έλεγχος είναι συμβατός με τη δημοκρατική διακυβέρνηση, διότι ποτέ δεν προοριζόταν να είναι. Αυτό που δείχνει, ωστόσο, είναι ότι η συγκέντρωση της εξουσίας επί των υποδομών σε ιδιωτικά χέρια που δεν λογοδοτούν σε κανέναν αποτελεί πολιτική επιλογή. Υπάρχουν και άλλες δυνατότητες. Το ερώτημα είναι αν οι δημοκρατικές κοινωνίες μπορούν να βρουν μια λύση που να λειτουργεί σύμφωνα με τους δικούς τους όρους.
Η θέση της Ευρώπης
Η θέση της Ευρώπης σε αυτό το τοπίο είναι ξεχωριστή και μάλλον δυσάρεστη. Η ήπειρος έχει προχωρήσει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μεγάλη δικαιοδοσία στην επιβολή δημοκρατικής εξουσίας επί της τεχνητής νοημοσύνης: ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων (GDPR), ο νόμος για τις Ψηφιακές Αγορές και ο νόμος για την Τεχνητή Νοημοσύνη αντιπροσωπεύουν γνήσιες προσπάθειες επιβολής δημόσιων προτύπων στην ιδιωτική τεχνολογική εξουσία. Αν το ερώτημα είναι ποιος έχει προσπαθήσει περισσότερο να διαχειριστεί την τεχνητή νοημοσύνη δημοκρατικά, η απάντηση είναι η Ευρώπη.
Ωστόσο, η ρύθμιση και η διακυβέρνηση δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η Ευρώπη παραμένει δομικά εξαρτημένη από εξωτερικούς παρόχους όσον αφορά στις βασικές υποδομές της τεχνητής νοημοσύνης. Ρυθμίζει μοντέλα που δεν κατασκευάζει η ίδια, σε υπολογιστική υποδομή που δεν ελέγχει, με δεδομένα που διακινούνται μέσω οικοσυστημάτων που δεν δημιούργησε η ίδια. Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, στην πράξη, καθορίζουν τους όρους πρόσβασης σε ένα σύστημα του οποίου την αρχιτεκτονική δεν μπορούν να τροποποιήσουν.
Δύο πρόσφατα περιστατικά καταδεικνύουν αυτή την εξάρτηση με ασυνήθιστη ευκρίνεια. Τον Ιούνιο του 2026, μια οδηγία του υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ διέταξε την Anthropic να αναστείλει την πρόσβαση στα πιο ισχυρά μοντέλα της σε παγκόσμιο επίπεδο – και οι Ευρωπαίοι χρήστες έχασαν την πρόσβαση από τη μια μέρα στην άλλη, χωρίς δυνατότητα προσφυγής και χωρίς προειδοποίηση. Τον ίδιο μήνα, η Apple ανακοίνωσε ότι δεν θα διαθέσει την τεχνητή νοημοσύνη της Siri στους χρήστες iPhone της ΕΕ, επικαλούμενη αδιέξοδο με τις ρυθμιστικές αρχές σχετικά με τον νόμο για τις Ψηφιακές Αγορές. Η αντιπαράθεση είναι αποκαλυπτική: η Ευρώπη δεν μπόρεσε να αποτρέψει την πρώτη απόφαση, ούτε να επιβάλει τη δεύτερη και αυτό δεν είναι κυριαρχία.
Συνολικά, οι τρεις περιπτώσεις υποδηλώνουν κάτι που μοιάζει με «τρίλημμα»: κανένα πολιτικό σύστημα δεν έχει βρει ακόμη τρόπο να διασφαλίσει ταυτόχρονα τον δημόσιο έλεγχο επί των στρατηγικών υποδομών τεχνητής νοημοσύνης, να διατηρήσει τη δημοκρατική λογοδοσία αλλά και τον ρυθμό της τεχνολογικής ανάπτυξης που απαιτείται για να παραμείνει ανταγωνιστικό. Η Κίνα θυσιάζει τη δημοκρατική λογοδοσία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θυσιάζουν τον πραγματικό δημόσιο έλεγχο. Η Ευρώπη κινδυνεύει να θυσιάσει την τεχνολογική της συνάφεια. Κάθε μοντέλο επιλύει την ένταση παραχωρώντας έναν από τους τρεις όρους.
Το αν αυτή η ανταλλαγή είναι εγγενής στη φύση της θεμελιώδους τεχνητής νοημοσύνης ή αν αντανακλά πολιτικές επιλογές που θα μπορούσαν να γίνουν διαφορετικά, είναι ακριβώς το ερώτημα που η παπική εγκύκλιος μας αναγκάζει να θέσουμε – όχι ως θέμα θεολογίας, αλλά πολιτικής οικονομίας. Η «Magnifica Humanitas» δεν ονομάζει το «τρίλημμα». Ωστόσο, επιμένοντας πως η συγκέντρωση εξουσίας πάνω στις θεμελιώδεις τεχνολογίες αποτελεί ηθικό και πολιτικό πρόβλημα, και όχι απλώς ένα αποτέλεσμα της αγοράς, αρνείται την παραίτηση που προτρέπει ο τεχνολογικός ντετερμινισμός (σ.σ. η θεωρία που, συνδυάζοντας κοινωνικές και τεχνολογικές θεωρήσεις, ερμηνεύει γεγονότα στα οποία κάθε αιτιότητα αποδίδεται στην τεχνολογία). Οι συμβιβασμοί είναι πραγματικοί. Δεν είναι, ωστόσο, αναπόφευκτοι.
Αυτή η διάκριση έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι φαίνεται. Αν το «τρίλημμα» είναι δομικό, η μόνη ειλικρινής απάντηση είναι να επιλέξουμε ποια αξία θα θυσιάσουμε και να είμαστε διαφανείς ως προς αυτό. Αν, όμως, αντανακλά επιλογές – σχετικά με την ιδιοκτησία, τις επενδύσεις και τον θεσμικό σχεδιασμό – τότε παραμένει ανοιχτό σε δημοκρατική αμφισβήτηση. Η εγκύκλιος επιμένει στη δεύτερη ερμηνεία. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και εμείς.
Πηγή: in.gr

