Το ημερολόγιο έγραφε Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016. Τα κλειδιά της Ντάουνινγκ Στριτ ανήκαν στον Ντέιβιντ Κάμερον· η Ελισάβετ Β’ βασίλευε από τα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ· στο Μέγαρο Μαξίμου μπαινόβγαινε ο Αλέξης Τσίπρας· και η Βρετανία ήταν ακόμη μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης – με τις δημοσκοπήσεις να προεξοφλούν ότι θα εξακολουθούσε να είναι και την επομένη. Ολα, όμως, άλλαξαν σε μια νύχτα: το Ηνωμένο Βασίλειο κοιμήθηκε με Remain και ξύπνησε με Brexit.
Ακριβώς μία δεκαετία μετά το ιστορικό δημοψήφισμα, η «απελευθερωμένη» από την ΕΕ Γηραιά Αλβιώνα έχει αλλάξει πέντε πρωθυπουργούς (σύντομα ενδέχεται να πει «αντίο» και στον έκτο), αλλά ακόμη ψάχνει να βρει τον βηματισμό της: η οικονομία είναι λαβωμένη, οι κοινωνικές ανισότητες έχουν βαθύνει και ο κατακερματισμός του πολιτικού σκηνικού συνιστά τη νέα κανονικότητα. Σήμερα, που οι υποσχέσεις των Brexiteers ότι «θα είμαστε καλύτερα μόνοι μας» έχουν ξεθωριάσει, πληθαίνουν οι φωνές που παραδέχονται ότι η έξοδος ήταν λάθος. Η κυβέρνηση των Εργατικών εκφράζει την επιθυμία για «στενότερη σύγκλιση» με τις Βρυξέλλες και δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να παραβιάσει, στο μέλλον, τις «κόκκινες γραμμές» της, επιδιώκοντας επιστροφή στην τελωνειακή ένωση και την ενιαία αγορά.
Ορισμένα στελέχη της, μάλιστα, υποστηρίζουν δημοσίως ότι η χώρα θα πρέπει να ξαναγίνει πλήρες μέλος της ΕΕ. Πριν από δέκα χρόνια, το Leave επικράτησε του Remain με 52%. Σήμερα, η λαϊκή βούληση έχει γυρίσει τούμπα: οι πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις φέρνουν το «Rejoin» πρώτο με 59%, κατά μέσον όρο, ενώ οι οπαδοί του Brexit περιορίζονται στο 41% (εξαιρουμένων όσων απαντούν «Δεν γνωρίζω»). Η επανένταξη, όμως, δεν είναι απλή υπόθεση, ούτε υπάρχει πιθανότητα να συντελεστεί μέσα στα αμέσως επόμενα χρόνια, ιδίως όσο επικρέμαται η «απειλή» του Νάιτζελ Φάρατζ ως πιθανού μελλοντικού ενοίκου της Ντάουνινγκ Στριτ.
Μιλώντας στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο», ο εκπρόσωπος του βρετανού πρωθυπουργού δήλωσε ότι «επιθυμία του Κιρ Στάρμερ είναι να προχωρήσει περισσότερο προς μια στενότερη ευθυγράμμιση με την Ευρωπαϊκή Ενωση». Αρνήθηκε δε να απαντήσει στο ερώτημα αν ο πρωθυπουργός επιθυμεί την επανένταξη της Βρετανίας στην ΕΕ κάποια στιγμή στο μέλλον. «Επιδιώκουμε να συνάψουμε μια νέα, πιο στενή σχέση με τους ευρωπαίους εταίρους μας», δήλωσε στα «ΝΕΑ» ο βρετανός υφυπουργός Εξωτερικών Στίβεν Ντάουτι. Μέχρι στιγμής, η «επανεκκίνηση» των σχέσεων με το ευρωμπλόκ που ευαγγελίστηκε ο Στάρμερ δεν έχει γίνει – τουλάχιστον όχι σε σημαντικό βαθμό. Στο μέλλον, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι το κόμμα θα παραμείνει στην εξουσία, οι δύο πλευρές αναμένεται να έρθουν ακόμη πιο κοντά, οικονομικά και εμπορικά, με τους οπαδούς του Brexit να μιλούν ήδη για «προδοσία».
Τι άλλαξε αυτά τα δέκα χρόνια; Μιλούν στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» οι δύο πρεσβευτές – της Ελλάδας και της Βρετανίας – που χειρίστηκαν το «διαζύγιο» την καυτή περίοδο των διαπραγματεύσεων Λονδίνου-Βρυξελλών, καθώς επίσης και Ελληνες και Βρετανοί από όλο το φάσμα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας.
Βίκυ Πράις – ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
«Ψαλίδι» σε ΑΕΠ, επενδύσεις και παραγωγικότητα
«Οι εκτιμήσεις για τη συρρίκνωση του βρετανικού ΑΕΠ μετά το Brexit κυμαίνονται από 3,4% έως 8%. Στις επιπτώσεις συγκαταλέγονται η μείωση των επενδύσεων, της παραγωγικότητας και των εξαγωγών: η επαχθής γραφειοκρατία επηρέασε την προθυμία των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρότερων, να συναλλάσσονται με την ΕΕ. Αυξήθηκαν, επίσης, οι μέσες τιμές και τα επιτόκια, και ενισχύθηκε η πίεση στα δημόσια οικονομικά. Το Σίτι του Λονδίνου παραμένει ένα σημαντικό χρηματοοικονομικό κέντρο, αλλά ακόμη κι εκεί οι εξαγωγές υπηρεσιών αυξήθηκαν με πιο αργό ρυθμό από ό,τι θα αναμενόταν σε μια περίοδο έντονης παγκόσμιας ανάπτυξης του τομέα των υπηρεσιών. Οι εργαζόμενοι από την ΕΕ έχουν αντικατασταθεί από μεγάλο αριθμό μεταναστών από άλλες χώρες, με πανάκριβες βίζες. Το Brexit κατέστησε τη Βρετανία πολιτικά και οικονομικά πιο αδύναμη και λιγότερο ικανή να αντιμετωπίσει παγκόσμιες κρίσεις».
Eπικεφαλής οικονομική σύμβουλος στο βρετανικό Κέντρο Οικονομικών και Επιχειρηματικών Ερευνών (CEBR), διευθύντρια της Οικονομικής Υπηρεσίας της βρετανικής κυβέρνησης από το 2007 έως το 2010
Αλέξανδρος Μπούκας – ΥΓΕΙΑ
Η ανασφάλεια των γιατρών
«Θυμάμαι ακόμη την αβεβαιότητα που ένιωσα ως έλληνας γιατρός που ξεκίνησε να εργάζεται στην Αγγλία το 2010, όταν άκουσα το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Ηρθα εδώ μέσα από προσωπικές δυσκολίες, στην αρχή της ελληνικής κρίσης, και σε όλη την επαγγελματική μου πορεία στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS) βρήκα αποδοχή, στήριξη και ένα εξαιρετικό σύστημα εκπαίδευσης. Το Brexit αναμφίβολα δημιούργησε ανασφάλεια σε πολλούς ευρωπαίους γιατρούς. Η μεγαλύτερη επίπτωση φαίνεται τόσο στο ανθρώπινο δυναμικό όσο και στις υπηρεσίες του NHS: η μετακίνηση ιατρικού, νοσηλευτικού και επιστημονικού προσωπικού έγινε πιο δύσκολη, ενώ αυξήθηκε η πολυπλοκότητα γύρω από την έρευνα, τα φάρμακα και τον ιατρικό εξοπλισμό. Το NHS παραμένει ένας εξαιρετικός θεσμός και χρειάζεται σταθερότητα, διεθνές ταλέντο και ουσιαστική συνεργασία με την Ευρώπη για να συνεχίσει να ανταποκρίνεται με ασφάλεια στις ανάγκες των ασθενών».
Νευροχειρουργός σε δημόσιο νοσοκομείο στην Οξφόρδη (το κείμενο απηχεί προσωπικές του απόψεις)
Αγγελος Χρυσόγελος – ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Η μεγάλη φυγή φοιτητών, ερευνητών
«Η βασικότερη επίπτωση του Brexit στη βρετανική ανώτατη εκπαίδευση είναι ότι ο αριθμός των φοιτητών από τις χώρες της ΕΕ μειώθηκε σημαντικά. Η κυβέρνηση των Εργατικών διαπραγματεύθηκε την επανένταξη στο πρόγραμμα Erasmus το 2027, όμως αυτό δεν αναπληρώνει τις απώλειες στον αριθμό των μόνιμων φοιτητών – στοιχείο κρίσιμο για τα βρετανικά πανεπιστήμια που στηρίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό στα έσοδα από τα δίδακτρα. Στον τομέα της έρευνας, η ρήξη δεν ήταν τόσο μεγάλη. Ομως, ως καθηγητής στη Βρετανία επί σχεδόν μία δεκαετία, μπορώ να πω ότι το πανεπιστήμιο εδώ έχει, πλέον, όλο και μικρότερο ευρωπαϊκό αποτύπωμα. Η κρίση χρηματοδότησης της παιδείας σημαίνει ότι όλο και περισσότεροι ευρωπαίοι ερευνητές φεύγουν. Το Brexit το νιώθεις και μέσα στο αμφιθέατρο, καθώς σε πολλά πανεπιστήμια οι ευρωπαίοι φοιτητές είναι εμφανώς λιγότεροι από παλιά».
Αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων στο London Metropolitan University
Δημήτρης Μονιούδης – ΝΑΥΤΙΛΙΑ
Το Brexit ενίσχυσε τη θέση της Ελλάδας
«Το Brexit δημιούργησε τόσο ευκαιρίες όσο και προκλήσεις για τον ελληνικό ναυτιλιακό τομέα. Αν και διατάραξε ορισμένες πτυχές του εμπορίου, ενίσχυσε παράλληλα τη θέση της Ελλάδας στην ΕΕ, καθώς ο ελληνόκτητος στόλος αντιπροσωπεύει πια πάνω από το 60% της ευρωπαϊκής ολικής χωρητικότητας. Ωστόσο, το υποσχόμενο επιχειρηματικά φιλικό μοντέλο «Singapore-on-Thames» δεν υλοποιήθηκε. Αντίθετα, οι αλλαγές στο φορολογικό καθεστώς των μη μονίμων κατοίκων περιόρισαν την ελληνική πλοιοκτητική παρουσία στο Λονδίνο. Η Βρετανία εισήγαγε δικό της Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών για τη ναυτιλία, ξεχωριστό από εκείνο της ΕΕ. Ετσι, οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη Βόρεια Ευρώπη καλούνται να συμμορφωθούν με δύο επικαλυπτόμενα καθεστώτα τιμολόγησης άνθρακα, γεγονός που αυξάνει την πολυπλοκότητα και το διοικητικό κόστος. Το Brexit έθεσε επίσης τέλος στην ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων, αυξάνοντας το κόστος πρόσληψης και κατάρτισης για τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις».
Διευθύνων σύμβουλος της ναυτιλιακής εταιρείας Rethymnis & Kulukundis Ltd, πρόεδρος της Τεχνικής Επιτροπής της Ενωσης Ιδιοκτητών Πλοίων Ξηρού Φορτίου (INTERCARGO)
Γουλιέλμος Αλαφούζος – ΕΜΠΟΡΙΟ
Επιχειρηματίες σε αδιέξοδο
«Πολλοί ιδιοκτήτες καταστημάτων στη Βρετανία βρίσκονται σε αδιέξοδο. Προσωπικά, το Brexit μού προκάλεσε σοβαρά προβλήματα που με ανάγκασαν να κλείσω τα καταστήματά μου. Εκανα εισαγωγές προϊόντων και πρώτων υλών από την Ελλάδα. Τα κόστη έγιναν υπέρογκα, εξαιτίας των “διπλών” εκτελωνισμών που επιβλήθηκαν: ένας στην Ελλάδα και ένας στη Βρετανία. Μεγάλο πρόβλημα αντιμετωπίσαμε και στις προσλήψεις: παλιότερα, έβρισκα εργαζόμενους από την Ελλάδα με εξειδίκευση οι οποίοι έπιαναν αμέσως δουλειά. Τώρα, αυτό δεν γίνεται. Εξαιτίας του Brexit, τα έξοδά μου αυξήθηκαν κατά 25% – 30%. Δεν έβγαινα οικονομικά και, προκειμένου να μείνω στον άσο, πούλησα τα μαγαζιά μου όσο όσο. Ξέρω αρκετούς ακόμη που έκλεισαν τις επιχειρήσεις τους. Πρόσφατα, προσπάθησα να κάνω εισαγωγές φρούτων και λαχανικών από την Ελλάδα, αλλά τα κόστη ήταν απαγορευτικά και εγκατέλειψα το εγχείρημα».
Ιδιοκτήτης παντοπωλείου και αρτοποιείων στο Λονδίνο και στο Μπράιτον επί μία δεκαετία
Πηγή: tanea.gr

