Αφετηρία των αποκαλύψεων στάθηκε η συγκλονιστική μαρτυρία ενός ανθρώπου που νίκησε τον φόβο του και εμπιστεύτηκε το «Φως στο Τούνελ»
Έπειτα από 27 ολόκληρα χρόνια, ο φυγόδικος Τζέιμς Δαλαμάγκας βρίσκεται πλέον στα χέρια των Αρχών. Το ζήτημα της έκδοσής του στην Αυστραλία για την υπόθεση δολοφονίας έλληνα ομογενούς Γιώργου Γιαννόπουλου το 1999 αναμένεται να κριθεί από το Συμβούλιο Εφετών Πατρών.
Η μαραθώνια ακροαματική διαδικασία στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αιγίου ολοκληρώθηκε την Παρασκευή. Το δικαστήριο επέβαλε στον 56χρονο Δαλαμάγκα ποινή φυλάκισης δύο ετών και εννέα μηνών για οπλοκατοχή και ψευδή κατάθεση. Η 47χρονη σύντροφός του καταδικάστηκε σε δύο έτη και έξι μήνες φυλάκιση, ενώ ο 86χρονος πατέρας του σε τρία έτη και τέσσερις μήνες.
Και στους τρεις αναγνωρίστηκε το δικαίωμα άσκησης έφεσης με αναστέλλουσα δύναμη της ποινής. Ο πατέρας του και η σύντροφός του αφέθησαν ελεύθεροι, ωστόσο ο Δαλαμάγκας θα μεταχθεί στις φυλακές Αγίου Στεφάνου Πατρών, όπου θα παραμείνει κρατούμενος μέχρι να βγει η απόφαση για το αίτημα έκδοσης.
Το «Τούνελ» ξεδιπλώνει καρέ-καρέ όλο το παρασκήνιο και τα γεγονότα που οδήγησαν στη σύλληψη του Τζέιμς Δαλαμάγκα. H επίμονη, μεθοδική και μυστική έρευνα της εκπομπής διήρκεσε έναν ολόκληρο χρόνο και συνέβαλε στο να μπει τέλος στη δράση ενός ανθρώπου που επί σχεδόν τρεις δεκαετίες κατάφερνε να ξεγλιστρά από τις Αρχές.
Αφετηρία των αποκαλύψεων στάθηκε η συγκλονιστική μαρτυρία ενός ανθρώπου που νίκησε τον φόβο του και εμπιστεύτηκε την εκπομπή. Του μάρτυρα-κλειδί που αναγνώρισε τον φυγά, αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα και υπέδειξε το σπίτι-κρησφύγετο όπου ο Δαλαμάγκας ζούσε επί χρόνια ως «Αντώνης Τζίμας», κρυμμένος στο χωριό Άλσος στο Αίγιο.
Οι επαφές με τις Αρχές της Αυστραλίας παρέμειναν απόρρητες και ο μάρτυρας προστατευόταν, έως ότου σφίξει ο κλοιός γύρω από τον φυγόδικο και η πληροφορία μετατραπεί σε αποδεικτικό στοιχείο.
Η μαρτυρία – κλειδί
Ο άνθρωπος που γνώριζε επί χρόνια τον Δαλαμάγκα ως «Αντώνη» περιγράφει στο «Τούνελ» έναν άνδρα που δεν έμοιαζε να ζει σαν φυγάς. «Έχει λευκά μακριά μαλλιά, είναι περίπου 1,80 και γύρω στα 120 κιλά. Μου είχε πει ότι γεννήθηκε το 1970», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη σημασία είχαν και οι πληροφορίες που είχε δώσει για τα τατουάζ του, στοιχεία που συνέπιπταν με τα δεδομένα των αυστραλιανών Αρχών. «Στο δεξί χέρι έχει το ‘Μολών Λαβέ’ και στο μπράτσο το πρόσωπο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τα είχα δει όταν πηγαίναμε μαζί για μπάνιο τα καλοκαίρια».
Όμως εκείνο που τον είχε προβληματίσει περισσότερο δεν ήταν η εμφάνιση του καταζητούμενου αλλά ο χαρακτήρας του. «Ήταν πολύ νευρικός, αθυρόστομος και επιθετικός. Όταν θύμωνε γινόταν θηρίο. Ένιωθες ότι έπρεπε να απομακρυνθείς για να μην σου κάνει κακό. Σχεδόν κάθε φορά που βγαίναμε έξω δημιουργούσε καυγάδες και εντάσεις. Αυτό που με σόκαρε όμως ήταν η άνεση με την οποία αντέδρασε όταν του είπα ότι τον αναγνώρισα μετά το ρεπορτάζ του ‘Τούνελ’. Δεν έδειχνε να φοβάται. Δεν έδειχνε να έχει τύψεις. Ζούσε ελεύθερος σαν να μην είχε συμβεί τίποτα», συμπληρώνει ο ίδιος.
Σύμφωνα με όσα αποκάλυψε η εκπομπή, ο Δαλαμάγκας λάμβανε ιδιαίτερα μέτρα για να μη μπορεί να εντοπιστεί. «Χρησιμοποιούσε ένα παλιό κινητό με κουμπιά. Μου είχε πει ότι προμηθευόταν κάρτες SIM από Πακιστανούς στην Ομόνοια και άλλαζε συχνά αριθμούς», λέει ο μάρτυρας, ο οποίος εκτιμά ότι άνθρωποι από το περιβάλλον του γνώριζαν περισσότερα απ’ όσα παραδέχονταν.
«Όλοι τον αποκαλούσαν Αντώνη. Ακόμα και ο πατέρας και η μάνα του. Πιστεύω ότι κάποιοι ήξεραν περισσότερα. Έχω κι έναν άλλον φίλο του που έμεναν και μαζί. Αυτός τον ξέρει καλύτερα από εμένα και πιστεύω ότι γνωρίζει την πραγματική του ταυτότητα. Μάλιστα κάποια στιγμή μου είχε πει… ‘κοίτα τον καλά και να προσέχεις…’. Εγώ πλέον έχω κόψει κάθε επαφή και με τους δύο».
«Στην αρχή σκέφτηκα ακόμα και την αμοιβή. Τώρα δεν με ενδιαφέρει. Αυτό που θέλω είναι να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Αν γνωρίζεις κάτι τόσο σοβαρό και σιωπάς, είναι σαν να συμμετέχεις και εσύ. Όλο αυτό το διάστημα κουβαλούσα ένα βάρος μέσα μου» ομολογεί καταληκτικά.
Η άγρια δολοφονία στο Σίδνεϊ
Ήταν Κυριακή, 25 Απριλίου του 1999, στο νυχτερινό κέντρο «Παριζιάνα» στο Μπέλμορ του Σίδνεϊ. Θύμα της αιματηρής επίθεσης ήταν ο 32χρονος Γιώργος Γιαννόπουλος, ένας φιλήσυχος οικογενειάρχης, πατέρας δύο παιδιών και οδηγός φορτηγού στο επάγγελμα, γεννημένος και μεγαλωμένος στην Αυστραλία.
Εκείνο το μοιραίο βράδυ βρισκόταν στο μαγαζί όταν ξέσπασε μια άγρια συμπλοκή μεταξύ θαμώνων. Το μόνο του «λάθος» ήταν ότι, μπαίνοντας στη μέση για να σταματήσει τον καυγά και να ηρεμήσει τα πνεύματα, βρέθηκε στο στόχαστρο ενός αδίστακτου ανθρώπου. Ο 29χρονος Τζέιμς Δαλαμάγκας εργαζόταν ως πορτιέρης στα σκοτεινά κυκλώματα της νύχτας. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο των αυστραλιανών Αρχών, τράβηξε μαχαίρι χωρίς κανέναν δισταγμό και κατακρεούργησε τον 32χρονο.
Αμέσως μετά το στυγερό έγκλημα, ο Δαλαμάγκας έγινε καπνός. Εις βάρος του εκδόθηκε άμεσα Ερυθρά Αγγελία από την Interpol, ενώ οι αυστραλιανές Αρχές τον επικήρυξαν με το ποσό των 200.000 δολαρίων Αυστραλίας.
Τον Φεβρουάριο του 2024 οι ομοσπονδιακοί ντετέκτιβ και ανώτατα στελέχη της Αστυνομίας της Νέας Νότιας Ουαλίας απευθύνονται στο «Φως στο Τούνελ» και ζητούν τη βοήθεια των Ελλήνων για να εντοπιστούν τα ίχνη του καταζητούμενου εκφράζοντας την απόλυτη βεβαιότητα ότι πιθανότατα κρύβεται, ζώντας ανενόχλητος, στην Ελλάδα.
Η πληροφορία που ξετύλιξε το κουβάρι
Όλα ξεκίνησαν έναν χρόνο μετά την προβολή της εκπομπής στις 9 Φεβρουαρίου 2024. Δεκαπέντε μήνες μετά, το τηλέφωνο χτύπησε. Στην άλλη άκρη της γραμμής ένας μάρτυρας που γνώριζε πρόσωπα και καταστάσεις, είχε αποφασίσει να σπάσει τη σιωπή του.
Είχε αναγνωρίσει τον καταζητούμενο, φερόμενο ως δολοφόνο του Γιώργου Γιαννόπουλου στο πρόσωπο του άνδρα που γνώριζε 25 χρόνια ως Αντώνη. Μετά τη σχολαστική αξιολόγηση των πληροφοριών και με τη ρητή σύμφωνη γνώμη του ίδιου του μάρτυρα, άπλωσε τη γέφυρα επικοινωνίας με τις αρμόδιες αυστραλιανές Αρχές φέρνοντάς τον σε απευθείας επαφή.
Η βασική αρχή ήταν μία, απόλυτη μυστικότητα. Δεν βγήκε απολύτως τίποτα στον τηλεοπτικό αέρα, προκειμένου να μην υπάρξει η παραμικρή διαρροή που θα έδινε την ευκαιρία στον Δαλαμάγκα να εξαφανιστεί ξανά. Ήταν 19 Μαΐου του 2025, όταν ο μάρτυρας-κλειδί αποφάσισε να σπάσει τη σιωπή του και να εμπιστευθεί την εκπομπή. Ήταν ανήσυχος και ιδιαίτερα φοβισμένος. Ζήτησε να πληροφορηθεί αν η επικήρυξη εξακολουθούσε να ισχύει και εξέφρασε την επιθυμία του να επικοινωνήσει μόνο με τις αυστραλιανές αρχές.
Από την επόμενη μέρα ξεκίνησε μια μακράς διάρκειας ηλεκτρονική αλληλογραφία του «Τούνελ» και των αρμόδιων αυστραλιανών αρχών. Στις 21 Μαΐου, το «Τούνελ» ενημέρωσε τους Αυστραλούς αξιωματούχους ότι ο μάρτυρας ήταν πρόθυμος να υποδείξει ακόμα και την τοποθεσία όπου διέμενε ο καταζητούμενος στην Ελλάδα, κοντά στο Αίγιο.
Η απάντηση ήρθε την επόμενη ημέρα. Οι αυστραλιανές αρχές έκριναν τις πληροφορίες εξαιρετικά σημαντικές και ενημέρωσαν την εκπομπή ότι είχε ήδη δρομολογηθεί σύσκεψη ειδικού κλιμακίου σε επίπεδο ηγεσίας για τον σχεδιασμό των επόμενων κινήσεων. Ζήτησαν, στο πλαίσιο του εφικτού, να μην προβεί το «Τούνελ» σε καμία περαιτέρω ενέργεια εκείνη τη χρονική περίοδο.
Στις 24 Μαΐου 2025, οι Αρχές παρέπεμψαν την εκπομπή στο ειδικό τμήμα αναζητήσεων καταζητούμενων της ομοσπονδιακής αστυνομίας της Αυστραλίας για κατευθύνσεις. Την 1η Ιουνίου, η ομοσπονδιακή αστυνομία της Αυστραλίας ζήτησε τα στοιχεία ταυτότητας του μάρτυρα, ώστε να επικοινωνήσει απευθείας μαζί του.
Στις 10 Ιουνίου 2025, ο μάρτυρας παραχώρησε μια αποκαλυπτική συνέντευξη στην κάμερα της εκπομπής δίνοντας όλα τα στοιχεία, τα οποία στη συνέχεια κατέθεσε σε δύο πολύωρες συναντήσεις του στο κλιμάκιο των Αυστραλών αξιωματούχων που τον συνάντησαν. Οι Αυστραλοί δεν είχαν κάποια σημαντική πληροφορία μέχρι εκείνη τη στιγμή και έτσι η επικήρυξη των 200.000 δολαρίων Αυστραλίας εξακολουθούσε να ισχύει.
Μία ημέρα αργότερα, στις 11 Ιουνίου, και κατόπιν της ρητής συγκατάθεσης του μάρτυρα, η εκπομπή παρέδωσε τα στοιχεία επικοινωνίας του στις αρμόδιες αρχές της Αυστραλίας, καθώς και κάποιες παραπάνω πληροφορίες που είχε δώσει. Την επόμενη ημέρα, η αυστραλοί ομοσπονδιακοί ευχαριστούν το «Τούνελ» μέσω νέας ηλεκτρονικής επιστολής τους, ενώ η αλληλογραφία της εκπομπής με την αυστραλιανή αστυνομία συνεχίστηκε μέχρι και τα μέσα του φθινοπώρου. Η έρευνα διεξαγόταν μυστικά και οι αξιωματούχοι ανέφεραν ότι θα επανέλθουν με ενημέρωση σε μεταγενέστερο χρόνο.
Η συγκίνηση της αδελφής του Τζορτζ Γιαννόπουλου
Η επίμονη και βαθιά έρευνα του «Τούνελ», σε συνεργασία με τις αυστραλιανές Αρχές και με τη συμβολή του κρίσιμου μάρτυρα οδήγησε στη σύλληψη του Τζέιμς Δαλαμάγκα. Η υπόθεση που σημάδεψε βαθιά την οικογένεια του Τζορτζ Γιαννόπουλου και παρέμενε ανοιχτή για σχεδόν τρεις δεκαετίες, αρχίζει πλέον να βρίσκει απαντήσεις.
Η Τούλα Γιαννοπούλου, αδελφή του αδικοχαμένου Γιώργου, δεν μπορούσε να κρύψει τη βαθιά της συγκίνηση για την αναπάντεχα θετική εξέλιξη. Μιλώντας αποκλειστικά στην εκπομπή, αναγνώρισε ότι χωρίς την καταλυτική δημοσιογραφική έρευνα του «Τούνελ», η σύλληψη του δολοφόνου του αδελφού της θα παρέμενε ακόμα άπιαστο όνειρο.
«Πρώτα απ’ όλα θα ήθελα να ευχαριστήσω την κυρία Αγγελική και την εκπομπή για τη μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλαν όλα αυτά τα χρόνια. Αν δεν υπήρχε το ‘Φως στο Τούνελ’, τα σημερινά νέα και όσα εξελίσσονται δεν θα είχαν έρθει στο φως. Εκ μέρους της οικογένειάς μας, σας ευχαριστούμε θερμά. Αυτό που θα θέλαμε τώρα είναι οι ελληνικές Αρχές να πράξουν το σωστό και να προχωρήσουν στις διαδικασίες ώστε να επιστραφεί στην Αυστραλία, για να λογοδοτήσει ενώπιον της Δικαιοσύνης», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο ενημερώθηκε για τη σύλληψη του κατηγορούμενου για τη δολοφονία του αδελφού της, η ίδια περιγράφει ότι έλαβε αρχικά ένα μήνυμα. «Στην αρχή δεν πίστεψα τον άνδρα που μου τηλεφώνησε. Επικοινώνησα με τον Grant Taylor, τον διευθυντή της Αστυνομίας της Νέας Νότιας Ουαλίας, ο οποίος μου επιβεβαίωσε την είδηση. Το είπα πρώτα στην αδελφή μου και το πρωί, όταν ξύπνησαν οι γονείς μου, θεώρησα πως έπρεπε να τους ενημερώσω. Ο πατέρας μου αντέδρασε ψύχραιμα, καθώς είναι ήρεμος άνθρωπος, ενώ η μητέρα μου βίωσε έντονη συγκίνηση, καθώς κουβαλούσε αυτόν τον πόνο για τόσα χρόνια και η αντίδρασή της ήταν βαθιά συναισθηματική», σημειώνει.
Πηγή: in.gr

