Νέα έρευνα κοινής γνώμης εξετάζει το πώς η ακραία ζέστη επηρεάζει τους πολίτες της Αθήνας και τι ζητάνε να γίνει. Οι επτά στους δέκα θεωρούν ότι η πολιτεία τους αφήνει απροστάτευτους.
Η ακραία ζέστη δεν είναι ένα απλό καιρικό φαινόμενο, αλλά έχει και ανθρωπογενή χαρακτήρα. Η ζέστη επηρεάζει δυσανάλογα τις περιοχές με λιγότερο πράσινο και πυκνή δόμηση, με την Αθήνα να είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν χρειάζεται να είσαι πολεοδόμος ή περιβαλλοντολόγος, για να αντιληφθείς ότι τα τσιμεντένια κουτιά των πολυκατοικιών που αποκαλούμε σπίτια μας, μετατρέπονται σε θερμοσυσσωρευτές, που τη μέρα απορροφούν τη ζέστη του ήλιου και το βράδυ την εκλύουν στην ατμόσφαιρα.
Αρκεί να διασχίζεις πεζός της κεντρικές αρτηρίες της πόλης, να περιμένεις το λεωφορείο ή να οδηγείς με μηχανάκι, για να νιώσεις την πίσσα της ασφάλτου να πυρώνει κάτω από τα πόδια σου, το μείγμα καυτού αέρα και ρύπων να σε πνίγει και τις αντοχές σου να εξαντλούνται. Όλα τα συμπτώματα που συνοδεύουν τη θερμική καταπόνηση, την οποία πληρώνουμε ακριβά, ακόμα και με ανθρώπινες ζωές.
Αρκεί να βλέπεις τους διαβάτες το μεσημέρι, πώς κυνηγάνε τη σκιά, για να καταλάβεις πόσο πολύτιμο είναι το κάθε δέντρο. Τέλος, αρκεί να βρεθείς σε έναν από τους λιγοστούς πνεύμονες πρασίνου στην καρδιά της Αθήνας, τον Εθνικό Κήπο ή το Πεδίο του Άρεως, για να νιώσεις τη θερμοκρασία να μειώνεται αισθητά, ακόμα και τις ημέρες με καύσωνα.

Η προσαρμογή στη ζέστη δεν είναι μόνο ατομική ευθύνη
Όλα τα παραπάνω, τα νιώθουμε κυριολεκτικά στο πετσί μας. Σπάνια όμως μας δίνεται η ευκαιρία να συζητήσουμε, με δομημένο και ορθολογικό τρόπο, για το πώς μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε. Όχι ο καθένας μόνος του ως ιδιώτης, αλλά όλοι μαζί, ως κάτοικοι και πολίτες της πόλης. Εξίσου σπάνια δίνεται ο λόγος στους πολίτες, για το τι ζητούν από την πολιτεία να πράξει – σε τοπικό και κεντρικό επίπεδο – για να μειωθούν οι αρνητικές επιπτώσεις των ακραίων θερμοκρασιών, για να γίνουν οι πόλεις μας πιο βιώσιμες.
Συνήθως περιοριζόμαστε στην κατά μόνας γκρίνια. Λέμε «ουφ, τι ζέστη είναι αυτή και πάλι», ανάβουμε κλιματισμό, όσοι έχουμε και για όσο αντέχει το πορτοφόλι μας να πληρώσουμε για ρεύμα. Κλείνουμε τα παντζούρια, κατεβάζουμε τις τέντες (όσοι δεν ζουν σε ισόγειο που είναι μια ανάσα από τον δρόμο) και κάνουμε υπομονή. Για όσους δεν έχουν επιλογή και πρέπει να κυκλοφορήσουν στη ζέστη – που δεν είναι και λίγοι – ο μόνος σύμμαχος είναι το νερό, συνήθως αγορασμένο και σε πλαστικό μπουκαλάκι. Οι δημοτικές αναγγελίες για δεκάδες δημόσιες βρύσες στο κέντρο της Αθήνας, ακόμα δεν φαίνεται να έχουν αποδώσει επαρκείς καρπούς, εκτός και αν είναι κάπου κρυμμένες και δεν τις βλέπουμε.
Μια διαφορετική προσέγγιση για το πώς μας επηρεάζει η ζέστη, όλους μαζί και τον καθένα ξεχωριστά, και τι θεωρούμε ότι μπορεί και πρέπει να γίνει, επιχειρεί έρευνα κοινής γνώμης, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος GRID (Green Routes Intelligent Districts),
H έρευνα καταγράφει τις εμπειρίες και τη στάση των Αθηναίων, απέναντι στη θερμική καταπόνηση, δηλαδή την έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες.

Η ακραία ζέστη δεν είναι κοινωνικά ουδέτερη
Το ευρωπαϊκό έργο GRID αξιοποιεί καινοτόμες μεθόδους και εργαλεία για την αντιμετώπιση της αστικής θερμικής πίεσης και την ενίσχυση της κλιματικής ανθεκτικότητας των πόλεων.
Το ερωτηματολόγιο της έρευνας σχεδιάστηκε από το Ινστιτούτο ΕΝΑ, σε συνεργασία με το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και την Commonspace και η έρευνα πεδίου διενεργήθηκε από την εταιρεία ερευνών Prorata, στην ευρύτερη περιοχή της μητροπολιτικής Αθήνας.
Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η θερμική καταπόνηση αγγίζει σχεδόν το σύνολο των πολιτών, όμως οι επιπτώσεις της δεν κατανέμονται ισότιμα. Η ακραία ζέστη δεν είναι κοινωνικά ουδέτερη: επηρεάζει δυσανάλογα όσους και όσες διαθέτουν λιγότερους πόρους, περιορισμένη πρόσβαση σε ποιοτικούς δημόσιους χώρους ή ζουν σε περιοχές με αυξημένη θερμική επιβάρυνση.

Η ζέστη στην Αθήνα σε αριθμούς
Από τις απαντήσεις των Αθηναίων, γίνεται σαφές ότι η ζέστη γίνεται όλο και πιο επιβαρυντική για την υγεία και την ευημερία των κατοίκων. Η ακραία ζέστη υποβαθμίζει την ποιότητα ζωής στην πόλη, ενώ η πολιτεία αφήνει σε μεγάλο βαθμό απροστάτευτους τους πολίτες από τη ζέστη, στους δημόσιους-κοινόχρηστους χώρους. Η σκίαση στους δρόμους δεν είναι απλώς ελλιπής, αλλά είδος εν ανεπαρκεία. Το 91% όσων ανήκουν στα χαμηλότερα εισοδήματα, το 89% των κατοίκων του κέντρου της Αθήνας, το 88% των κατοίκων της Καλλιθέας, θεωρούν ότι η γειτονιά τους υποφέρει από έλλειψη σκιας.
Μερικά από τα ευρήματα της έρευνας είναι τα εξής:
- Το 81% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η ζέστη έχει επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια στην περιοχή του.
- Το 88% πιστεύει ότι θα αυξηθεί τα επόμενα 10 χρόνια.
- Το 85% θεωρεί ανεπαρκή τη σκίαση στη γειτονιά του.
- Το 75% δηλώνει ότι δεν διαθέτει επαρκείς χώρους πρασίνου κοντά του ή ότι αυτοί δεν καλύπτουν τις ανάγκες του.
- Μόλις το 5% επισκέπτεται δροσερούς δημόσιους χώρους για την αντιμετώπιση της ζέστης.
- Το 47% περιορίζει τη χρήση κλιματισμού για οικονομικούς λόγους — το ποσοστό φτάνει στο 59% στα χαμηλά εισοδήματα.
- Το 65% των ερωτηθέντων ζητά περισσότερο πράσινο και σκίαση στους δημόσιους χώρους.
- Το 81% θεωρεί ότι η ευθύνη για την προστασία από τον καύσωνα ανήκει (κυρίως ή με έμφαση) στις δημόσιες αρχές.

Το κλιματιστικό δεν φτάνει
Η έρευνα αναδεικνύει ότι η προσαρμογή στην ακραία ζέστη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ατομική ευθύνη. Όταν σχεδόν οι μισοί πολίτες περιορίζουν τη χρήση κλιματισμού για οικονομικούς λόγους και η έκθεση στη ζέστη εντοπίζεται κυρίως στις μετακινήσεις και στους δημόσιους χώρους, η προστασία από τον καύσωνα αναδεικνύεται σε ζήτημα δημόσιας πολιτικής, κοινωνικής συνοχής και αστικής ανθεκτικότητας.
Το μήνυμα είναι σαφές: οι πολίτες ζητούν από τις δημόσιες αρχές να αναλάβουν πιο ενεργό ρόλο για πιο δροσερές γειτονιές, περισσότερο πράσινο και σκίαση, ασφαλείς διαδρομές και στοχευμένες παρεμβάσεις που θα επιτρέπουν σε όλους να ζουν και να κινούνται στην πόλη με ασφάλεια κατά τις περιόδους ακραίας ζέστης.
* Δείτε την πλήρη έρευνα EΔΩ
Πηγή: in.gr

