Του Τάσου Δασόπουλου
Πολλά είναι τα διλήμματα για τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ μέχρι και το τέλος του χρόνου, με μόνο σημείο αναφοράς ότι στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής του Ιουνίου θα έχουμε μια πρώτη αύξηση των επιτοκίων του ευρώ κατά 0,25%.
Η πρόεδρος της Τράπεζας, κ. Κριστίν Λαγκάρντ, από το άτυπο Eurogroup της Λευκωσίας, τόνισε ότι μπορεί μεν να έχουμε άνοδο του πληθωρισμού στο 3% τον Απρίλιο, αλλά μεσοπρόθεσμα η τάση θέλει τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης να επιστρέφει στο 2%.
Πριν φτάσουμε εκεί, τόσο τα "περιστέρια" της ΕΚΤ, όπως ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας κ. Γιάννης Στουρνάρας, αλλά και ο κεντρικός τραπεζίτης της Μάλτας, Αλεξάντερ Ντε Μάρκο, όσο και τα "γεράκια", όπως ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης Ιωακείμ Νάγκελ και ο Αυστριακός ομόλογός του Μάρτιν Κόχερ, θεωρούν ότι η πρώτη αύξηση των επιτοκίων είναι μονόδρομος για την ΕΚΤ. Μάλιστα, όλοι δίνουν περίπου την ίδια εξήγηση: πρέπει να δοθεί ένα σαφές μήνυμα στις αγορές ότι η ΕΚΤ είναι αποφασισμένη να διασφαλίσει τη συγκράτηση του πληθωρισμού στο 2%. Συνεπώς, μια πρώτη μικρή αύξηση του κόστους χρήματος αφενός θα δώσει ένα σαφές σήμα στις αγορές ότι η Κεντρική Τράπεζα του ευρώ είναι έτοιμη να αντιδράσει. Επιπλέον, είναι πια κοινός τόπος στο Δ.Σ. ότι μια -σχετικά μικρή- αύξηση αυτής της τάξης μπορεί να την αντέξει η οικονομία της Ευρωζώνης και της Ε.Ε. χωρίς σοβαρές συνέπειες.
Μάλιστα, οι νεότερες προβλέψεις της Ε.Ε., οι οποίες χαμηλώνουν τον πήχη της ανάπτυξης στο 0,9% για φέτος, από 1,4% που προβλεπόταν στην αρχή του χρόνου, έλαβαν υπόψη και αυτή την πρώτη αύξηση των επιτοκίων του ευρώ. Τούτο διότι οι Βρυξέλλες γνωρίζουν ότι η ΕΚΤ δεν θέλει να επαναλάβει την αργή αντίδραση που είχε στην ενεργειακή κρίση του 2022, όταν η Τράπεζα άρχισε να αυξάνει τα επιτόκια του ευρώ, ενώ ο πληθωρισμός είχε φτάσει στα ύψη.
Οι επόμενες κινήσεις
Όσο τεκμηριωμένη και λογική θεωρείται η πρώτη αύξηση επιτοκίων σε αυτές τις συνθήκες και τη χρονική συγκυρία, τόσο θολά δείχνουν τα επόμενα βήματα της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ. Τόσο ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Λουίς Ντε Γκίντος όσο και το μέλος του Δ.Σ., η Ιζαμπελ Σνάμπελ, έχουν προειδοποιήσει εδώ και καιρό ότι οι αυξήσεις των επιτοκίων πρέπει να γίνουν με "σύνεση", υπονοώντας σαφώς ότι η Ε.Ε. βρίσκεται σε μια πολύ πιεσμένη δημοσιονομική κατάσταση. Αυτό σημαίνει ότι, αν γίνουν συνεχείς αυξήσεις επιτοκίων με στόχο τη συγκράτηση του πληθωρισμού, η Ε.Ε. μπορεί να περάσει σε ύφεση με υψηλό πληθωρισμό. Μια τέτοια κατάσταση θα είναι ακόμη πιο δύσκολο να αναστραφεί, αφού οι περισσότερες χώρες της Ε.Ε. δεν θα έχουν τα δημοσιονομικά περιθώρια να ανακάμψουν.
Επίσης, οι αυξήσεις επιτοκίων δεν μπορούν να ακολουθήσουν την πορεία που ακολούθησαν το 2022, για έναν ακόμη λόγο: η κρίση στη Μέση Ανατολή δείχνει να ακολουθεί μια αποτύπωση καρδιογραφήματος, στο οποίο κάθε τέλος της εβδομάδας έχουμε μια λύση για να σταματήσει ο πόλεμος και να ανοίξουν οριστικά τα στενά του Ορμούζ και κάθε Δευτέρα ή Τρίτη οι προσδοκίες διαψεύδονται. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η ΕΚΤ και κάθε άλλη κεντρική τράπεζα θα είναι δύσκολο να έχουν τις σωστές προβλέψεις, ώστε να μπορούν να πάρουν σωστές αποφάσεις.
Πηγή: capital.gr

