Οικονομία

Ιδιωτικό χρέος: Αυξήθηκε στα 417 δισ. ευρώ – Στα funds το 92% των κόκκινων δανείων

Ιδιωτικό χρέος: Αυξήθηκε στα 417 δισ. ευρώ – Στα funds το 92% των κόκκινων δανείων

Σε τροχοπέδη για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας εξελίσσεται το ιδιωτικό χρέος.

Σύμφωνα με το τριμηνιαίο δελτίο του ΙΟΒΕ για το ιδιωτικό χρέος, το συνολικό ύψος του συνέχισε να αυξάνεται στα τέλη του 2025, αν και το μη εξυπηρετούμενο μερίδιό του μειώνεται σταδιακά. Το συνολικό ιδιωτικό χρέος (προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, φορολογικές αρχές και φορείς κοινωνικής ασφάλισης) αυξήθηκε στα 417,0 δισ. ευρώ το 4ο τρίμηνο του 2025 (168% του ΑΕΠ), λόγω της αύξησης των εξυπηρετούμενων πιστώσεων και της περαιτέρω συσσώρευσης ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων προς τον δημόσιο τομέα.

Μάλιστα το τρίτο τρίμηνο του ίδιου έτους το ιδιωτικό χρέος ήταν στα 407,6 δισ. ευρώ και 392,8 δισ. ευρώ στο τέλος του 2024.  Σε σχέση με έναν χρόνο πριν, η αύξηση ξεπερνά τα 24 δισ. ευρώ, γεγονός που αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη διεύρυνση των υποχρεώσεων του ιδιωτικού τομέα. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, το ιδιωτικό χρέος αντιστοιχεί πλέον περίπου στο 168% της ελληνικής οικονομίας, παραμένοντας σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

Που αποδίδεται η αύξηση στο ιδιωτικό χρέος

Σύμφωνα με το δελτίο του ΙΟΒΕ η αύξηση αυτή, ωστόσο, δεν προέρχεται αποκλειστικά από νέα κόκκινα δάνεια.

Δύο είναι οι βασικοί παράγοντες που τροφοδοτούν τη διεύρυνση του συνολικού ιδιωτικού χρέους. Ο πρώτος αφορά την ενίσχυση του υγιούς τραπεζικού δανεισμού, κυρίως προς τις επιχειρήσεις, καθώς η οικονομική ανάπτυξη και η αύξηση των επενδύσεων οδηγούν σε μεγαλύτερη ζήτηση χρηματοδότησης. Ο δεύτερος αφορά τη συνεχιζόμενη συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, οι οποίες εξακολουθούν να αυξάνονται χρόνο με τον χρόνο.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές πάνω από το μισό ιδιωτικό χρέος

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, στα 237,8 δισ. ευρώ, αν και το μερίδιό τους στο συνολικό ιδιωτικό χρέος μειώθηκε στο 57%. Κυριαρχούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τον δημόσιο τομέα (ΑΑΔΕ και ΕΦΚΑ), ύψους 165,2 δισ. ευρώ (69% των ληξιπρόθεσμων οφειλών).

Το συνολικό ιδιωτικό χρέος σε δάνεια ανήλθε σε 251,9 δισεκ. ευρώ, με κύριο μοχλό τα επιχειρηματικά δάνεια. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που κατέχουν τράπεζες και διαχειριστές έχουν σταθεροποιηθεί περίπου στο 30% του συνόλου των δανείων, με τους διαχειριστές να κατέχουν πλέον το 92% των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Η κατανομή στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια

Από το τριμηνιαίο δελτίο του ΙΟΒΕ αποκαλυπτική είναι και η κατανομή των μη εξυπηρετούμενων δανείων ανά κατηγορία.

Τα επιχειρηματικά δάνεια εξακολουθούν να αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ακολουθούμενα από τα στεγαστικά και τα καταναλωτικά. Η σύνθεση αυτή αντανακλά τόσο τη δομή της ελληνικής οικονομίας όσο και τις επιπτώσεις της πολυετούς οικονομικής κρίσης, κατά την οποία πολλές επιχειρήσεις αδυνατούσαν να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους.

Στο τέταρτο τρίμηνο του 2025 από τα περίπου 67 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων που είχαν οι servicers τα 34,6 δισ. ευρώ είναι από επιχειρήσεις, τα 17,61 δισ. ευρώ από στεγαστικά δάνεια και τα 14,74 δισ. ευρώ τα καταναλωτικά.

Παρόμοια είναι και η αναλογία των μη εξυπηρετούμενων δανείων που έχουν οι τράπεζες στα χαρτοφυλάκια τους. Από τα περίπου 6 δισ. ευρώ πάνω από 3 δισ. ευρώ προέρχονται από επιχειρήσεις πάνω από 2 δισ. ευρώ είναι στεγαστικά δάνεια και 510 εκατ. ευρώ καταναλωτικά.

Πηγή: Οικονομικός Ταχυδρόμος

ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ
Η Περιφέρεια Θεσσαλίας, σε συνεργασία με τα Επιμελητήρια Λάρισας και Μαγνησίας, συμμετείχε στη διεθνή έκθεση τροφίμων και ποτών TUTTOFOOD 2026 στο Μιλάνο, προβάλλοντας 9 θεσσαλικές επιχειρήσεις του αγροδιατροφικού τομέα. Παράλληλα, στο περίπτερο του δικτύου AREPO παρουσιάστηκαν προϊόντα ΠΟΠ και ΠΓΕ με παραδοσιακές θεσσαλικές συνταγές από Έλληνες σεφ. Η αποστολή υποστηρίχθηκε από θεσμικούς εκπροσώπους και επισκέφθηκε σημαντικές εμπορικές και διπλωματικές παρουσίες.
ΤΗΙΝΚ ΤΑΝΚ

1. Πώς δικαιολογείται η πανηγυρική παρουσίαση «πλήρους λειτουργίας» και επέκτασης ενός δικτύου σταθμών μέτρησης, όταν παραμένει ασαφές αν τα δεδομένα αυτά μεταφράζονται σε ουσιαστικές και άμεσες παρεμβάσεις για τη μείωση της αιθαλομίχλης και όχι απλώς σε καταγραφή της;

2. Με ποια θεσμική και επιστημονική τεκμηρίωση η Περιφέρεια εφαρμόζει στην πράξη ευρωπαϊκά όρια ρύπανσης που δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί στην εθνική νομοθεσία, και πώς διασφαλίζεται ότι αυτή η «πρωτοπορία» δεν μένει επικοινωνιακή χωρίς πραγματικό μηχανισμό επιβολής;

3. Όταν η ρύπανση χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα «οικονομικό πρόβλημα» και μετατίθεται η λύση σε εξωτερικές αποφάσεις για τιμολόγια ενέργειας, ποια συγκεκριμένα, μετρήσιμα μέτρα λαμβάνει η Περιφέρεια εδώ και τώρα για τη μείωση των εκπομπών στους τοπικούς οικισμούς;