Οικονομία

Ελληνική οικονομία: Η αόρατη κρίση πίσω από τη δημοσιονομική ευημερία

Ελληνική οικονομία: Η αόρατη κρίση πίσω από τη δημοσιονομική ευημερία

Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας το 2026 είναι η Ελλάδα που βλέπουν οι αγορές, οι οίκοι αξιολόγησης και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, αλλά και η Ελλάδα που συναντά κανείς έξω από τα υπουργικά γραφεία, στις μικρές επιχειρήσεις, στα λογιστήρια, στα ειδοποιητήρια της εφορίας, στις ρυθμίσεις των ασφαλιστικών ταμείων, στα χαρτοφυλάκια των servicers και στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Η μεταφορά δανείων από τις τράπεζες στα funds και στους servicers βελτίωσε τους τραπεζικούς δείκτες, χωρίς να εξαλείψει το βάρος που συνεχίζουν να κουβαλούν χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει καταφέρει να κατακτήσει και πάλι την αξιοπιστία των αγορών με τα φορολογικά έσοδα κινούνται σταθερά πάνω από τους στόχους, τα πρωτογενή αποτελέσματα να υπερβαίνουν τις προβλέψεις και το δημόσιο χρέος να αποκλιμακώνεται ταχύτερα ως ποσοστό του ΑΕΠ, από ό,τι σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Την ίδια περίοδο όμως οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία ακολουθούν αντίθετη πορεία, αποδεικνύοντας ότι η Ελληνική πραγματικότητα έχει δύο όψεις. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι τα χρέη προς την ΑΑΔΕ έχουν φτάσει τα 114,5 δισ. ευρώ, ενώ οι οφειλές προς το ΚΕΑΟ αγγίζουν τα 51,8 δισ. ευρώ. Συνολικά, οι υποχρεώσεις προς το κράτος και τα ασφαλιστικά ταμεία ανέρχονται σε περίπου 166 δισ. ευρώ.

Ανησυχητικά είναι και τα στοιχεία αύξησης του αριθμού των οφειλετών, καθώς περίπου 4,8 εκατομμύρια φορολογούμενοι εμφανίζονται με οφειλές προς την εφορία, ενώ περισσότεροι από 2 εκατομμύρια ασφαλισμένοι έχουν χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Πρόκειται για αριθμούς που ξεπερνούν το οριο των λίγων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες και πλέον μοιάζει ότι το πρόβλημα έχει αγγίξει τον πυρήνα της οικονομικής δραστηριότητας.

Τα κόκκινα δάνεια που δεν εξαφανίστηκαν ποτέ

Η τραπεζική κρίση είναι πλέον παρελθόν για τη χώρα, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία των τραπεζών. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στους ισολογισμούς τους έχουν περιοριστεί σε επίπεδα που πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε αδιανόητο. Η κατάσταση ωστόσο στην πραγματική οικονομία, δείχνει μια εντελώς διαφορετική εικόνα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων διαχειρίζονται σήμερα χαρτοφυλάκια δανείων ύψους 81,6 δισ. ευρώ, ενώ από αυτά σχεδόν το 90% παραμένει μη εξυπηρετούμενο. Εάν προστεθούν οι τόκοι και οι προσαυξήσεις, το συνολικό απόθεμα προβληματικών δανείων προσεγγίζει τα 103 δισ. ευρώ. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι αν και οι τράπεζες καθάρισαν τους ισολογισμούς τους, στην πραγματικότητα το χρέος παρέμειναν στην οικονομία.

Η μεταφορά δανείων από τις τράπεζες στα funds και στους servicers βελτίωσε τους τραπεζικούς δείκτες, χωρίς να εξαλείψει το βάρος που συνεχίζουν να κουβαλούν χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν σήμερα υψηλή κερδοφορία και ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια. Παράλληλα διατηρούν έναν από τους χαμηλότερους δείκτες δανείων προς καταθέσεις στην ευρωζώνη. Με απλά λόγια, διαθέτουν περισσότερη ρευστότητα από όση διοχετεύουν στην οικονομία. Την ίδια στιγμή, οι μικρές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης στον τραπεζικό δανεισμό. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες παραμένουν ουσιαστικά αποκλεισμένοι από σημαντικό μέρος της χρηματοδότησης, ενώ η στεγαστική πίστη συνεχίζει να κινείται σε επίπεδα που δεν συμβαδίζουν με την έκταση της στεγαστικής κρίσης.

Η συζήτηση για το ιδιωτικό χρέος βέβαια δεν αφορά μόνο δάνεια, φόρους και ρυθμίσεις, αλλά τη συνολικότερη πίεση που υφίσταται η πραγματική οικονομία. Η Eurostat καταγράφει ότι περισσότερο από το 42% των Ελλήνων εμφανίζει ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις σε στεγαστικά δάνεια, ενοίκια ή λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, με τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο να βρίσκεται κάτω από το 10%.

Η διαφορά αυτή είναι ίσως ο πιο καθαρός δείκτης της απόστασης ανάμεσα στα δημόσια οικονομικά και την πραγματική οικονομία, γεγονός που δεν οφείλεται σε ένα προσωρινό φαινόμενο που συνδέεται αποκλειστικά με την πανδημία ή την ενεργειακή κρίση των προηγούμενων ετών.

Το παράδοξο είναι οτι ενώ η ελληνική οικονομία βήμα βήμα βγαίνει από τη δημοσιονομική κρίση των προηγούμενων ετών, η εικόνα δείχνει οτι το μοντέλο ανάπτυξης δεν είναι βιώσιμο όσο διογκώνεται το ιδιωτικό χρέος.

Το έλλειμμα ανάπτυξης

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της σημερινής συγκυρίας είναι ότι η αύξηση του ΑΕΠ δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη μείωση των ιδιωτικών υποχρεώσεων. Σε πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες, περίοδοι ισχυρής ανάπτυξης οδηγούν σταδιακά σε απομόχλευση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, καθώς αυξάνονται τα διαθέσιμα εισοδήματα, ενισχύονται οι αποταμιεύσεις και διευκολύνεται η εξυπηρέτηση παλαιών χρεών.

Στην ελληνική περίπτωση, τα τελευταία χρόνια καταγράφεται ένα διαφορετικό φαινόμενο, κυρίως επειδή η ανάπτυξη στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κατανάλωση, στον τουρισμό, στις υπηρεσίες και στις δημόσιες επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκούς πόρους, χωρίς να δημιουργείται αντίστοιχη βελτίωση στη χρηματοοικονομική θέση μεγάλου μέρους των νοικοκυριών.

Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος και της Eurostat δείχνουν ότι η αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το κόστος στέγασης, ενέργειας και βασικών αγαθών απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος. Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό κομμάτι της αύξησης των αποδοχών των τελευταίων ετών δεν μετατρέπεται σε αποταμίευση ή σε αποπληρωμή χρεών, αλλά αναλώνεται στην κάλυψη τρεχουσών αναγκών.

Πηγή: Οικονομικός Ταχυδρόμος

ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ
Η συνάντηση της Αγροδιατροφικής Σύμπραξης Θεσσαλίας με τη διοίκηση του ΣΒΘΣΕ στον Βόλο επιβεβαίωσε τη βούληση για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου μοντέλου συνεργασίας που θα συνδέει παραγωγή, μεταποίηση, logistics και γαστρονομία, ενισχύοντας την ιχνηλασιμότητα και τη διαμόρφωση μιας ενιαίας αγροδιατροφικής ταυτότητας για τη Θεσσαλία. Στο πλαίσιο αυτό, πραγματοποιήθηκαν επισκέψεις στην εταιρεία Centaur, με διεθνή δραστηριότητα στον τομέα της ασφάλειας τροφίμων, καθώς και στο πρότυπο...
THINK TANK

1. Πόσα από τα έργα που ανακοινώθηκαν επανειλημμένα από την Περιφέρεια Θεσσαλίας έχουν ολοκληρωθεί, ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα υλοποίησής τους και ποια μετρήσιμα αποτελέσματα έχουν αποδώσει στους πολίτες;

2. Γιατί η Περιφερειακή Αρχή δίνει τόσο μεγάλη έμφαση στην επικοινωνία, στις συσκέψεις και στις δημόσιες ανακοινώσεις, χωρίς να συνοδεύονται πάντοτε από αντίστοιχη δημόσια λογοδοσία για την πρόοδο ή την αποτυχία των εξαγγελιών;

3. Μπορεί η διοίκηση Κουρέτα να παρουσιάσει συγκεκριμένα παραδείγματα προβλημάτων που καταγράφηκαν στο "πεδίο", επιλύθηκαν πλήρως και δεν χρειάστηκε να επανεμφανιστούν σε μεταγενέστερα δελτία τύπου ως εκκρεμότητες;